Κυριακή, 31 Αυγούστου 2014

Πρόλογος

ΤΕΛΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ


Το παρόν γλωσσάριο των Ελαφιώτικων (Δραγοβετσινών) ιδιωμάτων ξεκίνησε να γράφετε αρχικά στο φόρουμ «Πειρατικό του Κάπταιν Τζιμ» περί το 2009 και συνέχισε  στο φόρουμ www.captain.gr/forum το 2010 και συγκεκριμένα στην ενότητα «Αναγνωστήριον» και στο θέμα «επιμόρφωση των πειρατών», «ΝΤΟΠΙΟΛΑΛΙΑ ΤΩΝ ΣΕΛΛΩΝ/ΣΑΛΩΝ - ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗ ΤΩΝ ΠΕΙΡΑΤΩΝ»!http://www.captain.gr/forum/viewtopic.php?f=21&t=98 και αποτελεί το Β' Μέρος Βιβλίου με τίτλο:

ΕΛΑΦΟΣ ΛΑΚΚΑΣ ΣΟΥΛΙΟΥ
(ΔΡΑΓΟΒΕΤΣΙ)
 Γεωγραφία - Ιστορία – Γεωλογία– Φύση – Χωριανοί - Γλωσσάριο


Η συγγραφή του παρόντος γλωσσάριου του Χωριού μου απαίτησε μελέτη, κόπο, ερωτήσεις στους χωριανούς μου για αμφιβολίες ως προς την έννοια ορισμένων λέξεων και φυσικά τη συνδρομή τους για την όσο το δυνατό την πληρέστερη καταγραφή των χρησιμοποιούμενων λέξεων στην Έλαφο.
ΣΗΜΕΙΩΝΕΤΑΙ, ότι το λεξιλόγιο είναι ελεύθερο αρκεί να αναφέρεται το μπλογκ και τίποτε περισσότερο. Επίσης έχω διαπιστώσει, ότι κάποια μπλογκς έχουν ξεσηκώσει τις πρώτες αναρτήσεις από το φόρουμ που άρχισε να γράφεται το λεξικό χωρίς να αναφέρεται η πηγή δηλαδή η ιστοσελίδα του φόρουμ. Αυτό είναι δείγμα του ελληναρά που με μεγάλη ευκολία ιδιοποιείται εργασία άλλων, όπως άλλωστε συμβαίνει και με τις κεφαλές που κυβέρνησαν και κυβερνούν τη Χώρα από καταβολής του ελληνικού κράτους. 


ΠΡΟΟΙΜΙΟ
Οι επόμενες σελίδες είναι αφιερωμένες στις ιδιωματικές λέξεις της γλώσσας του χωριού μας όπως τις ακούγαμε από τους παππούδες και τους πατεράδες μας και αυτοί από τους δικούς τους παππούδες και πατεράδες και αυτό το γαϊτανάκι φτάνει στα βάθη των αιώνων και αποτελεί την ιστορική μας συνέχεια.
Σε αυτό το μέρος του βιβλίου θα προσπαθήσουμε να δώσουμε όσο το δυνατόν περισσότερες ιδιωματικές λέξεις και με όσο μεγαλύτερη ακρίβεια μας επιτρέπουν οι αναμνήσεις μας από τη ζωή μας στο χωριό.
Η αρχική συγγραφή του γλωσσάριου έλαβε χώρα σε ιστότοπο δημόσιας συζήτησης, (φόρουμ), στα πλαίσια διαλόγων με άλλους συνομιλητές με τη χρήση τοπικών ιδιωμάτων. Στη συνέχεια καταλήξαμε σε μια πρώτη καταγραφή των ιδιωμάτων του Χωριού μας που είτε ήμασταν  αυτήκοοι είτε οι ίδιοι πολλές φορές χρησιμοποιούμε στον προφορικό μας λόγο είτε επανήλθαν στη μνήμη μας λέξεις και φράσεις, (τις οποίες είχαμε ξεχάσει), μέσω της σχετικής βιβλιογραφίας όσο και μέσω της βοήθειας συγχωριανών μας. Προφανώς πολλές από αυτές τις προφέρουν και σε άλλες περιοχές της Ηπείρου, συνήθως με ελάχιστες διαφορές, άλλωστε δεν είναι  «ενδημικές της Ελάφου» για να χρησιμοποιήσουμε έναν όρο της Φυτολογίας αλλά προφανώς Πανηπειρωτικές ή και της Δυτικής Ελλάδας.
Ως γνωστό, δεν έχω σχέση με την επιστήμη της Γλωσσολογίας και το γνωστικό μου αντικείμενο μακράν απέχει της Φιλολογίας επομένως οι αναφορές μου σε κανόνες, φθογγικά πάθη, λεξικά δάνεια και γενικά ό,τι αφορά τη θεωρία των ιδιωμάτων είναι επί το πλείστον δανεικές και οι πηγές θα αναφερθούν ως είθισται.
Η παρουσίαση των λέξεων δίνεται όπως προφέρονται χωρίς σύμβολα κι αποστρόφους.  Στα ουσιαστικά των ουδετέρων που τελειώνουν σε άτονο ι, υ και τα θηλυκά σε η έχω παραλείψει το τελευταίο φωνήεν, τα οποία προφανώς εννοείται.   
Το λεξικό στην συγκεκριμένη μορφή που παρουσιάζεται σήμερα «παίρνει» διορθώσεις, προσθήκες και συμπληρωματικές ερμηνείες, απομένει σε μεταγενέστερους συγχωριανούς μου να το βελτιώσουν.
Κων/νος Δ. Παντούλας
Αθήνα 2009 -2013

1. Τα Ιδιώματα
Τα ιδιώματα είναι λέξεις, οι οποίες κατά μία έννοια δεν προφέρονται «σωστά» γραμματικά αλλά έχουν υποστεί αλλοιώσεις λόγω διαφόρων φθογγικών παθών, συναιρέσεων, αντικαταστάσεων και παραλήψεων γραμμάτων με συνέπεια την ιδιόμορφη προφορά τους.
Επίσης ιδιώματα αποτελούν και οι λέξεις που είναι δανεικές από άλλες γλώσσες είτε ατόφιες είτε παραφθαρμένες.
Σύμφωνα με τον Μ. Τριανταφυλλίδη[1938] (1993. Nεοελληνική γραμματική: Iστορική εισαγωγή. 3ος τόμ. του 'Απαντα. Θεσσαλονίκη: Iνστιτούτο Nεοελληνικών Σπουδών, σελ. 62-68):
«'Oσοι έχομε μητρική γλώσσα τα ελληνικά δεν τα μιλούμε ακριβώς το ίδιο σε όλη την ελληνόγλωσση γη. Παρουσιάζει δηλαδή και η γλώσσα μας, καθώς όλες οι άλλες, τοπικές παραλλαγές ή ιδιωματικές ποικιλίες. Και δε διαφέρει μόνο το γλωσσικό ιδίωμα δύο τόπων που απέχουν ο ένας από τον άλλο, καθώς λ.χ. η Κρήτη και η Ευρυτανία, παρά συχνά και η γλώσσα δύο γειτονικών χωριών, έτσι της Αράχοβας και της Δαύλιας στη Βοιωτία. Στην ιδιωματική ποικιλία της γλώσσας μιας χώρας θεμελιώνεται η διαίρεση της σε ό,τι ονομάζομε ιδιώματα και διαλέκτους. Ιδίωμα και διάλεκτο ονομάζομε συνήθως το ίδιο πράμα, υποδιαιρέσεις της ίδιας γλώσσας. Συχνά ονομάζουν διάλεκτο ένα ιδίωμα με μεγάλη έκταση ή που διαφέρει σημαντικά από την κοινή γλώσσα. Κάποτε πάλι ονομάζουν μειωτικά το ιδίωμα που έμεινε λογοτεχνικά ακαλλιέργητο και ξέπεσε έτσι στη συνείδηση των ομογλώσσων».
Σύμφωνα με το Γ. Χατζηδάκη, ο οποίος αφενός εισήγαγε τη γλωσσική επιστήμη στην Ελλάδα κι αφετέρου θεμελίωσε το νεοελληνικό λόγο, διαχωρίζει τα ιδιώματα σε βόρεια και νότια. Η ταξινόμηση σε βόρεια ιδιώματα στηρίζεται κυρίως στην τροπή των άτονων όμικρον (ο) και έψιλον (ε) σε (ου) και (ι) και επίσης, ότι τα άτονα (ου) και (ι) συνήθως αποβάλλονται. Στα νότια ιδιώματα  τα φωνήεντα μένουν ανέπαφα (Hatzidakis 1892)
Τα ιδιώματα της Ηπείρου τα κατατάσσουν στα βόρεια, αν και λόγω κυρίως της μορφολογίας της Ηπείρου και των διαφορετικών επιδράσεων, δεν χαρακτηρίζονται από ομοιομορφία. Σύμφωνα με κάποιες απόψεις τα ιδιώματα των Θεσπρωτών πλησιάζουν περισσότερο στα νότια ενώ των Ιωαννίνων τα βόρεια.
Ο γενικός κανόνας πάντως που χαρακτηρίζει τα βόρεια ιδιώματα, δεν έχει γενική εφαρμογή. Στη μελέτη του Δημητρίου Μ. Σαρρού: «Παρατηρήσεις εις το Ηπειρώτικο Γλωσσάριο του Π. Αραβαντινού, Κωνσταντινούπολη 1921, διαπιστώνουμε, ότι ο συγγραφέας θεωρεί δεδομένο τον γενικό κανόνα των βορείων ιδιωμάτων δηλαδή την μετατροπή του ε και ο σε ι και ου. Για αυτό το λόγο μέμφεται το Αραβαντινό,, διότι παραθέτει τις λέξεις χωρίς την προφορά και εν συνεχεία στη μελέτη του παραθέτει λέξεις κατά τον Αραβαντινό και τις αντίστοιχες κατά τον ίδιο όπως υποτίθεται προφέρονται από τους Ηπειρώτες. Όπως προανέφερα σε καμία περίπτωση δεν ισχύει σε όλες τις περιοχές της Ηπείρου ο γενικός κανόνας. Αλλού ισχύει σε μεγαλύτερο ποσοστό αλλού σε μικρότερο. Ιδίως η μετατροπή του ε σε ι στα ελαφιώτικα περισσότερο δεν ισχύει παρά ισχύει. Στα ελαφιώτικα ποτέ δε λέμε ανασκέ-νουμι αλλά ανασκαί–νομαι ούτε έχιτι αλλά έχτε ούτε αγαπάου αλλά αγαπάω ούτε ψηφάου, μαυλάου, ματσιουλάου κ.ο.κ. αλλά μαυλάω, ψηφάω, ματσιουλάω κλπ. Ούτε το ίσκιωμα σε ίσκιουμα, την τσιρίτσα σε τσιρούτσα και το κούμπλο σε κούμπλου. Επομένως κατά την άποψή μου, είναι δόκιμη η γραφή των λέξεων από τον Αραβαντινό σωστά γραμματικά και χωρίς την αποκοπή των γραμμάτων και ο καθένας που ασχολείται με τις ιδιωματικές λέξεις του τόπου του, έχει τη δυνατότητα να τις συγκρίνει και να τις περιγράψει όπως προφέρονται.
Επίσης σαν χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρω μια φράση του Αλκιβιάδη Σέβη από το βιβλίο του «γλωσσάρι του Δυτικού Ξηροβουνίου Ηπείρου». Στο λήμμα: Πάταγους, (ο) = δυνατός θόρυβος. «Μιγάλου πάταγου έκαναν τα γιαλάδγια, όταν πέρασαν απού δώ». Στα ελαφιώτικα δεν λέμε πάταγους αλλά πάταγος και στη συγκεκριμένη φράση ο Ελαφιώτης θα την έλεγε ως εξής: «Μεγάλο πάταγο κάναν τα γιαλάδγια σα διάφκαν απδώ»!
Δεν ισχυριζόμαστε λοιπόν, ότι αλλού δεν έχουν αυτήν την προφορά απλά εμείς δεν την έχουμε σε αυτόν το βαθμό. Το βασικό χαρακτηριστικό μας είναι, εκτός των ιδιωμάτων, ότι «τρώμε γράμματα και συλλαβές». Συνεπώς, δεν μπορούμε να γενικεύουμε, όπως: Όλοι οι Ηπειρώτες ή όλοι οι Στερεοελλαδίτες κλπ. Άλλωστε μην ξεχνάμε, η Έλαφος συνίσταται από οικογένειες που έχουν έλθει από διαφορετικά μέρη και είναι προφανές, ότι έφεραν μαζί τους και ιδιωματικές λέξεις και προφορά αλλά στα 170 και πλέον χρόνια που συνυπάρχουν, έχουν δημιουργήσει ένα ομογενοποιημένο λεξικό και  μια ελαφιώτικη προφορά. Προφανώς έχουν δεχτεί και επιδράσεις από τα διπλανά χωριά της Λάκκας αλλά και από τις διάφορες περιοχές που πήγαιναν μετανάστες κυρίως από τις περιοχές του Ζαγορίου, της Ρουμανίας και εποχικά για συλλογή ρυζιού και ελιών σε περιοχές της Θεσπρωτίας και Πρέβεζας.
Προσωπικά θα έλεγα, ότι κάθε τόπος και χωριό έχει τη δική του προφορά και προφανώς ισχύει η ρήση του Τριανταφυλλίδη, ότι διαφέρουν στην προφορά όχι μόνο απομακρυσμένες περιοχές αλλά και διπλανά χωριά.
Πάντως σε όποια κατηγορία ιδιωμάτων κι αν ανήκουν μικρή σημασία έχει, το ουσιώδες είναι η καταγραφή των και όσο το δυνατόν η πιστότερη απόδοσή τους. Με βάση αυτό θεωρώ, ότι οι εργασίες του Αραβαντινού, του Μπόγκα, του Σάρρου, του Οικονόμου και όλων των γνωστών και αγνώστων που κατέγραψαν τις ιδιωματικές λέξεις της ιδιαιτέρας των πατρίδας, είναι αξιέπαινο και ωφέλιμο έργο.
Πρέπει επίσης να διευκρινίσω, ότι μιλάμε πάντα για ιδιώματα, όπου έχουμε κάποιες παραλλαγές της κοινής Ελληνικής γλώσσας και όχι για διάλεκτο όπου οι διαφορές με την κοινή Ελληνική είναι μεγάλες, όπως η ποντιακή, η τσακώνικη, η κρητική, η κυπριακή κλπ διάλεκτος.
1.1 Τα κυριότερα φθογγικά πάθη και οι ιδιορρυθμίες των ελαφιώτικων ιδιωμάτων
Πολλές φορές ο φθόγγος «ο», όταν δεν τονίζεται μπορεί να μετατραπεί σε «ου». Ο φθόγγος «ε» μπορεί να μετατραπεί σε «ι» αλλά και αντιστρόφως όπως στη λέξη γίνομαι σε γ(έ)νομαι, το λεωφορείο σε λιωφορείο αλλά και λεφορείο αλλά ποτέ στο στυλ: έχετε σε  έχιτι αλλά σε έχ (ε) τε όπου ο φθόγγος (ε) ίσα ίσα που ακούγεται. Επίσης οι φθόγγοι «ου» και «ι» συχνά παραλείπονται:
Για παράδειγμα η λέξη «Κορομηλιά και κορόμηλο» στα ελαφιώτικα γίνεται: Κου(ρου)μ(-η (+π))λιά και κου(ρού)μ(-η(+π)λο. Δηλαδή ο πρώτος φθόγγος  «ο» έγινε «ου» αλλά παραλήφθηκε γιατί δεν τονίζεται,  ο δεύτερος φθόγγος (ο) έγινε «ου» όπως και ο φθόγγος «ι»παραλείφθηκε. Το «ρ» χάθηκε και προστέθηκε ένα «π» για χάρη ευφωνίας.
Όπως βλέπετε η κορομηλιά μετατράπηκε σε «κουμπλιά» και το κορόμηλο σε «κούμπλο».
Τα άτονα «ου», «η», «ι» «ει» και «υ» πολλές φορές παραλείπονται, (όχι πάντα) όπως στις λέξεις: η δλειάμ αλλά και η δουλειάμ, σιχάθκα αλλά και σχάθκα, κτάβ αλλά και κουτάβ, σκλί κ.ο.κ και σε δεκάδες άλλες λέξεις όπου παραλείπονται οι προαναφερόμενοι φθόγγοι. «Ω Κωστάκ, τι δλειά έχς να πας στα Γιάννα; 
Συχνά το «αι» στο τέλος της λέξης γίνεται περίπου κάτι μεταξύ "ε" και "ι" όπως το  είναι σε είν(α)ι ενώ κλασική είναι η αποβολή του άτονου τελικού ι και υ στα ουδέτερα ουσιαστικά και του άτονου τελικού η στα θηλυκά:  Όπως: μπλάρ χέρ, πόδ, μάτ, φρύδ, μύτ, Τρίτ, Τετράδ, δάκρ, βράδ κλπ.  Τι έχ το μάτσ Κωστάκ; Έβγαλα κριθαράκ μάνα. Πότε θάρθς σπίτ Κωστάκ; Θάρθω βράδ.
Σε άλλες περιπτώσεις έχουμε αποβολή του αρχικού φωνήεντος κάποιων λέξεων: γελάδα = αγελάδα, μερομήνια = ημερομήνια, μερομηνία = ημερομηνία, μάρτημα = αμάρτημα, στραπή = αστραπή κλπ.
Επίσης παρατηρείται συγκοπή συλλαβών όπως: το δάχτυλο και οι δαχτυλιές προφέρονται δάχλο και δαχλιές.
Η κατάληξη ορισμένων ρημάτων της ενεργητικής φωνής στο β΄ πρόσωπο του ενικού στον Ενεστώτα αποβάλλεται το (ει) και μένει μόνο το σίγμα ενώ στο τρίτο πρόσωπο παραλείπεται η κατάληξη (ει): Έχω – Έχς – Έχ, Δένω –Δένς – Δεν, Τρέχω – Τρέχς - Τρέχ. Σε ορισμένες περιπτώσεις και ανάλογα το άτομο, όταν ο χαρακτήρας του ρήματος είναι το (χ) ή σε (ίζω)τότε αντί για έχς, τρέχς, βαδίζς – λέμε έεις, τρέεις, βαδίεις κλπ. Προσωπικά χρησιμοποιώ και τις δύο εκδοχές. Στον πληθυντικό αριθμό στο Β΄ πρόσωπο παραλείπεται το (ου) και το (ε), (ή στην καλύτερη περίπτωση είναι άηχα), στη μεσαία συλλαβή.   Έχμε – Έχτε – Έχν κλπ. Η κλήση του ρήματος λέ-ω: λέω – λέεις – λέει – λέαμε - λέατε - λέαν.
Σπάνια το φωνήεν της επόμενης συλλαβής στον αόριστο αφομοιώνεται από το φωνήεν της προηγούμενης συλλαβής όπως: δάγκωσα σε δάγκασα αλλά και σε ορισμένες περιπτώσεις το ου του γ΄ προσώπου των ρημάτων της παθητικής φωνής της β’ συζυγίας και της β’ τάξης: αντί για -ούνται σε -άνται, (φοβούνται σε φοβάνται, θυμούνται σε θυμάνται, κοιμούνται σε κοιμάνται κ.α.). Σε ορισμένες λέξεις δύο συνεχόμενα φωνήεντα ενώνονται σε ένα: Όπως δεκαέξι σε δεκάξ ή το εικοσιένα σε εικοσένα με σίγμα παχύ, Θεόδωρος σε Θόδωρος κλπ. Πολλές φορές δυο φωνήεντα δίπλα δίπλα το ένα το ξαποστέλνουμε όπως: Τόδωσε  = το έδωσε,  καλά νάναι = καλά να είναι, τόχωσε το γκολ =το έχωσε  το γκολ.
Ο ενεστώτας της πρώτης συζυγίας σε ορισμένα ρήματα αντί για τη συνηθισμένη κατάληξη: -ίζω, -άζω,  γίνεται -άω, -αίνω, -ένω όπως: Ψηφ- άω, ψων-άω, τροχ-άω, μαυρ-άω, κοπαν-άω, λιαν-άω,  σκεπ-αίνω, σπέ-νω κλπ. Αυτουνούς δεν τους ματαψηφάω, τρόχαω το σουγιά, λιανάω το κρέας, τώρα σκεπαίνω ταχούρι, σπένω τα λιθάρια κλπ. Επίσης ορισμένα ρήματα της πρώτης συζυγίας στον αόριστο ο χαρακτήρας του θέματος μετατρέπεται από (σ) και (ξ) σε (κ): (Ε) Πιάνω – (Π) έπιανα - (Α) έπιακα  αντί έπιασα, φτιάχνω – έφτιανα - έφτιακα αντί έφτιαξα, φτάνω –έφτανα – έφτακα αντί έφτασα, αφήνω – άφνα – άφκα αντί άφησα κλπ.
Ω Κώτσιο! Τόπιακες μωρέ το κριάρ ή σούφκε; Ψες το βράδ έφτακα αργά στο πανηύρ και δε πρόκανα να χορέψω ψία.  Ω Μήτσιανα! Τι έφτιακες για φαϊ; Δεν έφτιακα, δε μάφκαν οι δλιές.   
Πολλές φορές χρησιμοποιούμε το ταυ και το σίγμα χωρίς τα φωνήεντα όπως: Της είπα της Μυγδάλως→ μετατρέπεται σε:  τσείπα τσι Μυγδάλως. Επίσης στις εκφράσεις προς τα εκεί, προς τα εδώ κλπ μετατρέπεται στις φράσεις τσιακεί, τσιαδώ, τσιαπού κλπ. Τσιαπού πήγε το μπλάρ Κωστάκ; Τσιακεί ή τσιαπάν και σιαπάν; που σε «μετάφραση σημαίνει: Προς ποια κατεύθυνση πήγε το μουλάρι Κωστάκη; Προς τα εκεί ή προς τα επάνω; Βεβαίως δε ξεχνάμε και την κατάληξη των ρημάτων της πρώτης συζυγίας στο πρώτο και δεύτερο πληθυντικό πρόσωπο στον παρατατικό και στον αόριστο, όπου η κατάληξη «με» και «τε» μετατρέπεται σε «μαν» και «ταν»: φάγαμε – φάγαμαν, φάγαταν, τρέξαμε - τρέξαμαν, τρέξαταν, πήγαμε – πήγαμαν, πήγαταν κλπ ενώ στο τρίτο πληθυντικό πρόσωπο παραλείπεται το αρχικό γράμμα ε: τρέχαν, τρέξαν, τρώγαν, φάγαν κλπ. Αφού φάγαν καλά μετά τρέξαν να προκάνουν το λιωφορείο για τα Γιάννα.
Σε μας αρέσουν πολύ να χρησιμοποιούμε τα ρήματα ασυναίρετα: Πηδά-ω, φιλά-ω, μαρκαλά-ω, ματσια (ου)λά-ω κλπ.
Μερικές φορές τα φωνήεντα α και υ μετατρέππονται σε αι: προφθάνω → σε προφταίνω, μακρύνω → σε μακραίνω. Ω Κωστάκ, τρέχα να προφτάκς το μπλάρ; Δεν το προφταίνω μάνα, τρέχ’ πολύ. Ωρ Λέν. Το μάκραι(υ)νες μωρή το φουστάν; Όχ δεν το μακραίνω αντί δε θα το μακρύνω.
Επίσης μετατροπή του σύμφωνου σε άλλο σύμφωνο όπως: το βήτα σε γάμα: βλέπω σε γλέπω. Το φι σε βήτα: φορά σε βολά. Το λάμδα σε ρο: κόλπος  σε κόρφος και το ταυ σε κάπα: πατάτα  σε πατάκα.
Κρίνοντας από τον εαυτό μου, έχω την εντύπωση, ότι προφέρουμε το μπ, ντ και γκ χωρίς τα έρρινα μι και νι, δηλαδή απερρινωμένα. τα προφέρουμε όπως τα λατινικά b, d και g. Κάbος αντί κά(μ)μπος, αgάθι αντί α(ν)γκάθι, αdάρα αντί α(ν)ντάρα.
Η γενική ενικού και πληθυντικού συνήθως αντικαθιστάται με την πρόθεση στη, στα, στο: ο κήπος στη Νούσια, τα χωράφια στα Κουπάκια, η δεξαμενή στον Καλό, η λίμνη στα Γιάννα  αντί: ο κήπος της Νούσιας, τα χωράφια των Κουπακιών, η δεξαμενή του Καλού, η λίμνη των Ιωαννίνων.
Η γενική του ενικού μερικές φορές - όχι πάντα - εκφράζεται με την πρόθεση από και αιτιατική: να κλείσς την ποριά απτό κήπο ή απτό αχούρ κλπ αντί της γενικής: να κλείσεις την ποριά του κήπου ή του αχουριού κλπ. Ω Κωστάκ! Κλείσ την πόρτα απτό μαγαζί!
Σε ορισμένες περιπτώσεις η απάντηση σε μία ερωτηματική πρόταση που εισάγεται με το μόριο δεν, δε δίνεται μονολεκτικά με κάποιο αρνητικό μόριο όπως δεν, όχ, άκα, τσου, ιτς αλλά με την ίδια την ερωτηματική πρόταση: Δε θα πας στα Κουπάκια; Δε θα πάω. Δε θα φας; Δε θα φάω. Δε διψάς; Δε διψάω κλπ. Μερικές φορές κυρίως είτε στην αρχή είτε στο τέλος της πρότασης μπαίνει και ένα αρνητικό μόριο επιπλέον, κυρίως όταν η απάντηση δίνεται με θυμό ή το άτομο που απαντά αισθάνεται ενοχλημένο από την παρότρυνση. Δε θα φας Κωστάκ; Δε θα φάω όχ. 
Δεν λείπει από το ελαφιώτικο ιδίωμα  η πρόθεση ξε δηλαδή η αρχαία πρόεθση «εκ» με τη σημασία του όλως διόλου, το εντελώς, το ντιπ καταντίπ όπως: Ξεκουτιάζω = χάνω τελείως του μαυαλό μου,  ξεχαρβαλώνω = διαλύω παντελώς κάτι, ξεπατώνω = βγάζω κάτι από τις ρίζες του κλπ.
Παράδειγμα κλίσης ρημάτων της πρώτης συζυγίας σε παρατατικό και αόριστο:
Παρατατικός του ρήματος Χάνω= έχανα, έχανες έχανε – χάναμαν, χάναταν, χάναν. Αόριστος : έχασα, έχασες έχασε, χάσαμαν, χάσαταν, χάσαν.
Παρατατικός του ρήματος Τρέχω = έτρεχα, έτρεχες, έτρεχε, τρέχαμαν, τρέχαταν, τρέχαν. Αόριστος: έτρεξα, έτρεξες, έτρεξε, τρέξαμαν, τρέξαταν, τρέξαν.
Προφανώς υπάρχουν και άλλες μεταβολές, ο εντοπισμός των οποίων απαιτεί λεπτομερέστερη έρευνα και μελέτη αλλά σε άλλο επίπεδο και από εξειδικευμένο επιστήμονα. Συνεπώς το λεξικό πρέπει να τύχει και της ανάλογης ανοχής εκ μέρους των ειδικών και ας αποτελέσει τη μαγιά για πληρέστερη έκδοση στο μέλλον.
Στο κείμενο δε σημειώνεται η αποσιώπηση των άτονων ι, ου, υ, η, ει είτε στο τέλος των λέξεων είτε ενδιάμεσα με απόστροφο, όπως συνηθίζεται στη βιβλιογραφία: δικέλ αντί δικέλ’(δικέλι) ή έχς αντί έχ’ς, (έχεις)σκιά αντί σ’κιά  (συκιά) κλπ αλλά ούτε σημειώνονται σε παρένθεση οι παραλείψεις συλλαβών: δάχτυλο – δάχ(τυ)λο - δάχλο.
1.2 Δάνεια από άλλες γλώσσες
Η ‘Έλαφος και ειδικότερα η τοποθεσία γύρω από το σχολείο, την εκκλησία και τις "Αμυγδαλιές", υπήρξε χώρος όπου σύμφωνα με τα ευρήματα, δείχνει, ότι την κατοίκησαν άνθρωποι τόσο στην παλαιολιθική όσο και στην νεολιθική εποχή, όπως και πολλές άλλες περιοχές της Ηπείρου. Εν τούτοις, δεν αγνοούμε, ότι από την περιοχή μας παρέλασαν διάφοροι λαοί και όπως είναι φυσικό άφησαν και κάποια γλωσσικά σημάδια στην καθημερινή ομιλία αλλά και πολλά τοπωνύμια.
Τα περισσότερα δάνεια από τις λέξεις που χρησιμοποιούνται στο Χωριό, είναι σλάβικης προέλευσης, όπως και το παλιό όνομα του Χωριού Δραγοβέτσιον = DRAGOVEC = Ακριβός τόπος αλλά και άλλων τοπωνυμιών σε γειτονικά μέρη, όπως Πογόρτσα και Ποδογόρα = Pod gora = Κάτω από το βουνό δηλαδή στις πρόποδες του βουνού και φυσικά το ίδιο ισχύει και για την Πρέβεζα από το previest = περνώ απέναντι, αλλά και πλήθος άλλων τοπωνυμίων. Επίσης δάνεια υπάρχουν από την Αρβανίτικη, Ιταλική, Λατινική, «Βλάχικη», η οποία είναι λατινογενής γλώσσα και την Τουρκική γλώσσα. 
Δραγουβετσινοί απανταχού τις Ελλάδας. Τα ιδιώματα δεν είναι ντροπή, είναι πλούτος της Ελληνικής γλώσσας. Μην τα υποτιμήσουμε για να μην τα ξεχάσουμε.
1.3 Ελαφιώτικο Γλωσσάριο
Α
Α,α (κοφτό) = Τι; ορίστε; πως;
Αααααα! = πω πω πω, τείπeς ωρέ, έγνε τέτοιο πράμα.
Αβγατίζω = Αυξάνω. Αβγάτσε ο Γιορς το κπάδ.
Αβέρτα, (επίρρημα) = Συνεχώς, ασταμάτητα, φανερά, χωρίς περιορισμούς, κατ’ εξακολούθηση.
Αγάνωτος, (ο,η,το) = Αυτός που δεν γανώθηκε, ο ακαλάλιστος, (ο χωρίς καλάι = χωρίς κασσίτερο, δηλαδή δεν επικασσιτερώθηκε. Έμειναν αγάνωτα τα αγγιά, (τα κατσαρολικά). Υπάρχει και το τραγούδι του Αλέκου Κιτσάκη: Ο Γανωτήηηηηηης (Άι άι να μας γανώσ ταγγιά). Μεταφορικά αυτή που δεν γαμήθηκε. Τι να την κάνς μωρέ αυτήνε. Αγάνωτη είναι. 
Αγάντα, (η) από το ρήμα Αγαντάρω = Στήριγμα, στηρίζω κάποιον, βαστάω, κάνε κουράγιο. Βάστα ωρέ να σε πιάκω. Αγάντα Γιορ κι θα κερδίσουμε το λαχείο. 
Αγγιά, (τα) = Οι κατσαρόλες και τα άλλα κουζινικά. Μεταφορικά τα γενετικά όργανα του άνδρα. Θα  μκλάσς ταγγιάμ. Τα γάνωσες ταγγιά;   
Αγκούσα, (η) = Μεγάλο άγχος που συνοδεύεται με αναστεναγμό και μερικές φορές με μυξιάρικο κλάμα, το βάρος στο στήθος. Έλεγε η Μητσηγκέτσαινα στη μάνα μου τη Μητσογάκαινα. Άι Μήτσαινα έχω μια αγκούσα εδώγια σαν κρόθο, και έδειχνε το στέρνο. (Κατά τον Γ. Χατζιδάκη η λέξη είναι αρχαία ελληνική και αποτελεί παραφθορά του τύπου ογκούσα, μετοχής του ρήματος ογκούμαι (= συσσωρεύομαι, εξογκώνομαι. Κατά άλλους προέρχεται από το λατινικό angustia (= τα στενά, η στενοχωρία, οι πύλες ). 
Αγκωνάρι, (το) = Η πέτρα που μπαίνει στις γωνίες των πέτρινων σπιτιών και καλύπτει και τις δύο πλευρές. Συνήθως ήταν πελεκημένη. Προφανώς η λέξη προέρχεται από τον αγκώνα του χεριού που σχηματίζει ανάλογη γωνία με το αγκωνάρι.
Αγκωνή, (η) = Η δεξιά και αριστερή πλευρά του τζακιού.
Αγναντεύω = Κοιτάζω προς τα πέρα, μακριά, απέναντι. Συνήθως από κάποια κορυφή. Η πράξη συνοδεύεται και με τοποθέτηση του χεριού ως σκίασμα πάνω από τα μάτια, για να δούμε καλύτερα και καθαρότερα.
Αγνάντια, (επίρρημα): Απέναντι.
Αγουρίδα, (η) = Το ζουμί από ημιώριμα  σταφύλια που την φτιάχνουν τις ημέρες της νηστείας το 15Αύγουστο. Ρίχνουν ζάχαρη για να είναι λίγο γλυκιά. Τι έφαες. Έφτιακα μια αγουρίδα.
Αδερφομοιραΐ, (η) = Το μοίρασμα της πατρικής περιουσίας μεταξύ των αδελφών. 
Αδράχτι, (το) = Ξύλινο κυλινδρικό αντικείμενο όπου στη μία άκρη έμπαινε το σφοντύλι και το οποίο συνόδευε τη ρόκα για τη συλλογή του γνέματος που προέκυπτε από το γνέσιμο. 
Αζάπωτος, (ο,η,το,) - (από το ρήμα Ζαπώνω = ελέγχω, πιθανόν τουρκικής προέλευσης και το στερητικό μόριο «α») = Ο ζωηρός, ο ελεύθερος, ο ανεξέλεγκτος. Δεν ζαπώνεται αυτός, είναι αζάπωτος. Ζάπωστο μωρέ το κριάρ. 
Αζούπητος, (ο,η,το) - (ρήμα Ζουπάω = πιέζω από το ρήμα διοπίζω) = Αυτός που δεν πιέζεται, ο ασυμπίεστος. Ζούπστα καλά τα σταφύλια για να γέν καλό τσίπρο. 
Αθέρας, (ο) = Η πρώτη ποιότητα του κάθε προϊόντος, το ΑΑΑ. Τι καλαμπόκ έβγαλες φέτος Γιόρ; Αθέρα Κώτσιομ.
 Άι = προτρεπτικό μόριο με την έννοια του πήγαινε. Άι γαμίσ, άι στο διάτανο, άι σιαπέρα κλπ κλπ.
 Άι = Επιφώνημα. Ωχ, συνώνυμο το Όι. Άι χτύπησα το δάχλο. Άι μάνα μουυυυ με δάγκασε ένα φίδδδδδδδ. 
Άκα, (μόριο) = Όχι. Ω Κωστάκ έχς λεφτά να φας; Άκα. Το κάπα δεν ακούγεται καθαρά σαν κάπα. Κάτι μεταξύ κάπα και γάμα.
Άϊστεμας, (έκφραση)  = Άντε να τα μαζεύουμε και να φεύγουμε για το σπίτ.
Ακουρμάζομαι και Ακουρμαίνομαι= Ακούω με μεγάλη προσοχή, μερικές φορές βάζοντας το χέρι και στο αυτί. Για ακούρμα; τι αντράλα είναι αυτή; Προέρχεται από το αρχαίο ρήμα ακροαμάζομαι – ακροώμαι. 
Αλάργα, (επίρρημα) = Μακριά. Αλάργα από μένα. Τα Κουπάκια είναι αλάργα απτό χωριό,. (ξένη αγνώστου προέλευσης λέξη).
Αλάρωτος, (ο,η,το) - (ρήμα ιλαρώνω) = Ο απαρηγόρητος. Αυτός που δεν λαρώνει, που δεν ησυχάζει και μεταφορικά ο υπερκινητικός. Δεν λαρών πουθενά αυτό το πδί, όλη μέρα ριμ ντιμ (βλέπε λέξη). Όλη τη νύχτα δεν λάρωσε αυτό το πδί απτο βήχα. Σύμφωνα με το Αραβαντινό η λέξη προέρχεται από το ρήμα Ιλαρώνω - Ιλαρύνω σύμφωνα με το λεξικό του Δημητράκου = φαιδρύνω, δηλαδή καθιστώ κάτι χαρωπό, ιλαρός = ο φαιδρός, ο χαρωπός. Συνεπώς με το στερητικό α παίρνει την αντίθετη έννοια. Υπάρχει όμως και η εκδοχή, το πιθανότερο όπως το κατανοούσα είτε όταν απευθυνόταν  η  μάνα μου σε μένα με τη φράση: Δε θα λαρώσ ποτέ; ή όταν έλεγε: Πάει αυτός. Λάρωσε η ψυχή του), να προέρχεται από το ρήμα (γ)λαρώνω = μαλακώνω, γαληνεύω, ηρεμώ.   
Αλαφροΐσκιωτος, (ο,η,το) = Ελαφρύς + ίσκιος. Μεταφορικά αυτός που βλέπει φαντάσματα, νεράιδες, σατανάδες καλικάτζαρους και λοιπά ζούδια. Ο μακαρίτης ο θείος μου ο Κώστα Τσάλλος (Λύγκας) από τη Βάρδα, ήταν κατά τη μάνα μου αλαφροΐσκιωτος κι πολλές φορές είχε ξυπνήσει τον πατέρα μου να πάνε να δούνε τι είχε βαρέσει με τις πέτρες τη νύχτα στη Φλωκαριά. 
Αλέτρι, (το) = Το ξύλινο άροτρο. Η όλη κατασκευή στηρίζεται στο ζυγό, που στα βόδια ήταν μπροστά στο λαιμό, στηριγμένος με τις "ζεύλες" ενώ στα μουλάρια, κάτω από το στήθος. Επίσης στο αλέτρι που το χρησιμοποιούσαν με τα μουλάρια υπάρχουν και οι παλάντζες, απόπου σέρνεται το αλέτρι. Το αλέτρι περιγράφεται από τον Όμηρο και τον Ησίοδο. Στο έργο του Ησίοδου «Έργα και Ημέραι, σελίδες: 425-440, εκδόσεις Γεωργιάδη», Ο Ησίοδος περιγράφει:
«Πολλά είναι τα ξύλα, τα στραβά μα εσύ στο σπίτι φέρε, όταν το βρεις, γύην από πουρνάρι, αναζητώντας ή στο βουνό ή στον κάμπο, γιατι αυτό έχει μεγάλη αντοχή στο όργωμα με βόδια…….Και νάχεις δύο αλέτρια φτιαγμένα στο σπίτι, το ένα μονοκόμματο, γιατί έτσι είναι πολύ καλύτερα, αν το ένα έσπαζες, το δεύτερο πίσω από τα βόδια θα έβαζες».
Στη συνέχεια συστήνει τα τιμόνια να είναι από δάφνη ή φτελιά διότι τα τρώει λιγότερο το σαράκι ενώ το αλετροπόδι να είναι από δρυ και το καμπυλωτό ξύλο (ο γύης) από πουρνάρι, (βλέπε φώτο).
Η παρουσία των πρώτων τρακτέρ στο χωριό, εκτόπισε πλήρως τα παραδοσιακά εργαλεία οργώματος. Σήμερα στα πάλαι ποτέ παραγωγικά χωράφια του Χωριού στα Κουπάκια, στις Μπαρμπάτες, στου Ντάκουλα, στου Ντούπη, στο Στοχό, στην Παλιουριά, στη Λεφάτσα,στα Αγγούρια, στον Καλό, στη Φλωκαριά, στα Τσοκάκια, στην Παλιογκορτσιά, στην Παλιόστανη, στην Στρούγκα, στου Μαμάκου, στου Κούτρου, στα Καμπούλια, στου Βουκελά και αλλού, δεν κινείται και δεν ακούγεται ούτε άνθρωπος ούτε γίδι ούτε πρόβατο και τα χωράφια γέμισαν μουρτζιές και αγριόχορτα, έγιναν λόγγα.
Αλαταριά, (η) = Ο χώρος όπου τοποθετούσαν οι κτηνοτρόφοι σε πλάκες στουμπισμένο αλάτι για τα γιδοπρόβατα.
Αλιά, (επίρρημα) = Αλίμονο. Αλιά απ’ αυτόν που πάει.  Διάλογος: -Που δλεύεις Γιορ; -Στο Γιωργομήτσο. - Αλιά απτόν κόσμο!
Αλλαξιά, (η) = Η δεύτερη φορεσιά. Δεν έχς άλλ αλλαξιά να πας στο πανηύρ; 
Αλλάδερφος, (ο) = Ο ετεροθαλής αδελφός. Από άλλη μάνα ή πατέρα.
Αλογόκοκο, (το) = Ο Ασπροπάρης, (Neophron percnopterus), πρόκειται για ένα από τα 5 όρνια που εντοπίζονται στην Ελλάδα. Έρχεται στη Χώρα μας την άνοιξη. Παλιά που υπήρχε μεγάλη κτηνοτροφία στα χωριά μας, τα αλογόκοκα ήταν τακτικοί επισκέπτες μας. Εμείς τα παιδιά προσπαθούσαμε την άνοιξη να δούμε το αλογόκοκο από την επάνω μεριά για να το νικήσουμε και όχι από την κάτω γιατί θα μας νικούσε αυτό. Τη σημασία και την προέλευση αυτής της δοξασίας, δεν τη γνωρίζω. Δυστυχώς σήμερα τα αλογόκοκα δεν επισκέπτονται το χωριό μας. 
Αλσίβα, (η)= Πρόκειται για ένα αλκαλικό διάλυμα που παρασκευάζεται με το βράσιμο του νερού κυρίως βρόχινου μαζί με στάχτη. Στις μέρες μου ακόμη τη χρησιμοποιούσαν για το καθάρισμα των ρούχων, αλλά και αντί για σαπούνι  για το λούσιμο (ειδικά για λιπαρά μαλλιά). Η αλισίβα έχει τις καθαριστικές ιδιότητες λόγω του ανθρακικού καλίου, (K2CO3). 
Άλσος, (ο)= η αλυσίδα. Ο σκύλος έσπασε τον άλσο. Φέρ τον άλσο να τον δέσω. 
Αλφή, (η) = η αλοιφή, αλφή. 
Αλπού, (η) = Η αλεπού. Ω Κωστάκ χούγιαξε μωρέ θα μας φάει η αλπού τις κότες.
Αλχτάω (ρήμα αλυκτώ - υλακτώ = ανησυχώ)= Γαβγίζω παρατεταμένα. Αλυχτάς σαν σκυλί. Τι αλχτάς ωρέ; Ω Κωστάκ για βγέκα στην αυλή, τι έπαθε κι αλχτάει αυτό το σκλί;
Αμαρκάλιστο, (το) (ρήμα μαρκαλάω) = Το ζώο που δεν μαρκαλίστηκε δηλαδή που έμεινε στείρο. Πως πήγε το μαρκάλο Γιορ; Άσε τρεις πρατίνες έμειναν αμαρκάλστες.
Αμίτες, (οι) = Οι ΕΑΜΙΤΕΣ. Ήρταν οι αμίτες και τους πήραν.
Αμούν, πίρρημα) = Έγινα άφαντος. Εξαφανίστηκε. Πού πήγαν τα λεφτά Γιορ; Έγεναν αμούν. 
Αμπάρα, (η) = Σιδερένιος μοχλός ή και ξύλινος που μπαίνει πίσω από την πόρτα και την ασφαλίζει από μέσα. Σύμφωνα με τον Οικονόμου η λέξη προέρχεται από την ιταλική barra.
Αμπάρ, (το) = Ειδική ξύλινη κατασκευή συνήθως δύο κελιών όπου τοποθετούσαν τα γεννήματα, (καλαμπόκι, στάρι, βρώμη κλπ). Σε κάθε κελί υπήρχε ένα άνοιγμα στο επάνω μέρος και ένα μικρό άνοιγμα στο κάτω μέρος που άνοιγε και έκλεινε όπως ένα μικρό ξύλινο θυρόφραγμα.
Αμπλές, (επίρρημα) = Που λες. Αμπλές Γιορ, ψες το βράδ πήγα για καρτέρ να βαρέσω κανά λαγό κι μούπεσε αλπού.
Άμπουρας, (ο) = Ο ατμός, ο αχνός. Βγάζει άμπουρα ο λουλάς χαμήλωσε τη φωτιά. 
Αμπρίτερα, (επίρρημα) = Προηγούμενως, πριν. Το λεφορείο σήμερα ήρτε αμπρίτερα απτά Γιάννα.
Αμπώχνω= Σπρώχνω, άμπωξε μωρέ την πόρτα! Μη μαμπώχνς ωρέ. Άμπωξε προς τα κάτ. 
Αμτί, (επίρρημα) = Αμ πώς, Αμέ τι, όχι αλλιώς.  Ω Κωστάκ πήγες τα μανάρια στη Νούσια; Αμτί δεν τα πήγα;
Ανάμερα, (επίρρημα) = Κατά μέρος, στην άκρη.  
Αναμεράω = Κάνω στην άκρη. Επί των πραγμάτων παραμερίζω.. Ω Κωστάκ αναμέρα μωρέ να περάσουν τα μπλάρια;
Ανάραχα, (επίρρημα): Πάνω στην κορυφή του λόφου, του υψώματος.
Ανασκαίνομαι = Σιχαίνομαι.
Ανθήνα, (η) = Η Αθήνα. Ο Κώτσιο. Πότε θα πας στην Ανθήνα να μου πάρς ένα διματάκ για το πδί; 
Άνιφτος, (ο) = Αυτός που δεν έχει πλύνει το πρόσωπο.
Αντράλα, (η) = Η ζάλη αλλά χρησιμοποιείται κυρίως μεταφορικά: Η φασαρία, το μπέρδεμα. Έγινε μεγάλη αντράλα στο πανυήρ.
Αντραλεύω = Ανακατώνω καταστάσεις, κάνω φασαρία, μπερδεύω τα λόγια μου. 
Αξούριγος, (ο,η,το) = Αξύριστος.
Απάτηγος, (επίθετο) = Ο απάτητος.
Απαντοχή, (η) = Η προσμονή σε κάτι, η προσδοκία. Έχω απαντοχή στον Γιορ.
Απαφτώνω= Κάνω έρωτα. Την απάφτωσε τη νύφ. Την απάφτωσε σταχούρ του Γιορ. Τους έπιασαν ναπαφτώνονται. Πήγε ο Πρόεδρος γειτονικού χωριού στα Γιάννενα να παραπονεθεί γιατί η ΔΕΗ ηλεκτροδότησε το μισό χωριό και το άλλο μισό όχι, (παρεμπιπτόντως δεν ήταν σφάλμα της ΔΕΗ αλλά κουτοπονηριά που είχε προκύψει μετά το χωρισμό μιας κοινότητας σε δύο, ονόματα να μη λέμε). Λέει λοιπόν ο Πρόεδρος απευθυνόμενος στο Νομάρχη: «κ. Νομάρχα το μισό χωριό απαφτών και τάλλο μισό δεν απαφτών», εννοώντας μάλλον ότι οι μισοί έχουν ρεύμα και οι άλλοι μισοί όχι. Η φράση όμως έμεινε ως ανέκδοτο.
Απέ, απέου, (επίρρημα) = Έπειτα, μετά. « Έη μου είπε, σαν πας αδά, σύρε και κάτζε καμιά δεκαριά μέρες και απέ νάρθης πίσω».Από το ημερολόγιο του Φώτου Τζαβέλλα σε συνομιλία με τον θείο του Διαμάντη (από το βιβλίο του Β. Κραψίτη Μνήμη Σουλίου). 
Απέδω, (επίρρημα)  = Αποδώ και πέρα.
Απέκεια, (επίρρημα) = Από εκεί, απέκεια ήρθες; 
Απίκπα, (επίρρημα) = Μπρούμυτα πρηνηδόν. Μεσαιωνική ελληνική λέξη = με την μπροστινή πλευρά του σώματος και το πρόσωπο στραμμένα προς τα κάτω, με τη μύτη να κοιτάζει προς το έδαφος. 
Απίλκα, (η) = Το ντουλάπι 
Απκάτ, (επίρρημα) = Από κάτω.Την έβαλε απκάτ κι τι σιαφάκωσε* (βλέπε λέξη). 
Απόλκα = Αόριστος του απολύω. Σαπόλκε η αστυνομία; Σαπόλκε ο στρατός; Απόλκε η λειτουργία;  
Απόπαιδο, (το): Το παιδί που αποκλήρωσαν αλλά και το παρατημένο, το αφρόντιστο από την οικογένεια.
Απόρμα, (το) = Το προϊόν της αποβολής ανεξάρτητα από το είδος του θηλαστικού που έχει αποβάλλει δηλαδή απόρριξε = το έριξε από μέσα της. Συνήθως αναφέρεται ειρωνικά στο παιδί που γεννιέται στους 7 μήνες αλλά και στον κακομούτσουνο και καχέκτικο άνθρωπο. Αν σε λάβω απόρμα του κερατά, θα σπω γώ χαμπέρια.
Απόσκιο, (το) = Μέρος με σκιά αλλά και το δειλινό.Την ώρα που δύει ο ήλιος και αρχίζει να πέφτει μια σκιά. 
Αποτώρα, (επίρρημα): Από αυτή τη στιγμή. Ώ Μήτσιο. Αποτώρα θα πας στο χωράφ;
Αραγώι, (το) = Το πίσω μέρος του σπιτιού. Ώρε ξωπαρμένε: καθάρσες το αραγώι να μη μπουν τα νερά στο σπίτ; 
Αραδίζω = Βαδίζω σε ξένο χωράφι, περνάω αναγκαστικά, αλλά και δικαιωματικά από ξένο χτήμα. Εγώ κυρ Πρόεδρε χρόνια αράδζα απτο χωράφ του Γιόρ κι προχτές δεν μάφκε και του τράβξα ένα στούμπο στο κεφάλ. 
Αρβάλα= Μεγάλη φασαρία αλλά και μεταφορικά ο ένας πάνω στον άλλο. Πολύς κόσμος στο λεφορείο απτά Γιάννα. Αρβάλα ήρθαμαν. 
Αρβάλι, (το) = Το χερούλι της κατσαρόλας.
Αργάζω = Κατεργάζομαι τα δέρματα των ζώων, (βυρσοδεψία). Εξ ου και η απειλητική έκφραση: Κάτσε καλά γιατί θα σαργάσω το τομάρ.
Άργανο, (το) = Το τύμπανο αλλά μεταφορικά φουσκώνω κάτι, το κάνω σαν τύμπανο τεντωμένο. Την έκανα άργανο την κοιλιά μου από το πολύ φαΐ. Τη φούσκωσα την μπάλα την έκανα άργανο.
Αργουλιέμαι = Αναφέρεται στα σκυλιά, στους λύκους και τα τσακάλια, όταν γαυγίζουν με τρόπο που θεωρείται πένθιμο, παραπονιάρικο. Γενικά είναι χαρακτηριστικό αυτών των ζώων και μάλλον πρόκειται για κάλεσμα.
Αρδαλίτσα, (η) = Το παιδικό παιχνίδι. Η μακριά γαϊδούρα.
Αρέντα, αρεντεύω= τρεχάλα, τρέχω. Αρέντα έφτακα στο σπίτ. 
Αρεσειά, (η) = Αυτό που μου αρέσει, της αρεσκείας μου. Έψαχνε ο Κωσταντάκης να βρει γυναίκα της αρεσιάς του. Να βρει ψηλή, να βρει λιγνή  κλπ.
Αριά, (η) = Ειδικό κόσκινο για τα σιτηρά.
Αρκουμένουμαι= Αφουγκράζουμαι. Τι αρκουμένς ωρέ; Για αρκουμάσ τι σλέω; 
Αρμάθα, (η) = 1. Η πλεξούδα από ξερά κρεμμύδια ή σκόρδα ώστε να μπορούν να κρεμαστούν στην αποθήκη για να διατηρηθούν όσο το δυνατόν καλύτερα. Αρμάθες έκαναν και τα χλωρά φύλλα του καπνού, τις κρέμαγαν στις απλώστρες για να ξεραθούν στον αέρα. Οι αρμάθες του καπνού ήταν ως προς την οριζόντια κατεύθυνση ενώ αυτές των κρεμμυδιών και των σκόρδων  ως προς την κάθετη διεύθυνση. 2) Η θήκη με τη μορφή ζώνης όπου τοποθετούν οι κυνηγοί τα φυσίγγια.
Αρμακιέμαι = Ματσουλιάω, αναμασάω, μηρυκάζω.  
Αρμέω = Αρμέγω. Τι κάνς; Αρμέω τα πράιτα. 
Αρταίνομαι = Δε νηστεύω, τρώω μη νηστίσιμα φαγητά.
Αστοχάω= Ξεχνάω. Τι φνάζς; Αστόχσια να ποτίσω τα μπλάρια.
Αστραλία, (η) = Η Αυστραλία. Ω Φώταινα! Που τον έχς τον Βασιλάκ; Στην Αστραλία μάτιαμ.
Αστραπόπ(ου)τσα, (η) = Τον βάρεσε αστραπόπτσα = Χάζεψε, μπαντάλεψε τελείως. Τι κάνς εδώ ωρέ, αστραπόπτσα σε βάρσε; Μία εξήγηση που βρήκα στο:  http://www.slang.gr/lemma/show/astrapopoutsa_10756, είναι ότι αφορά σεξουαλική στάση στην οποία ο άντρας βλέπει την πλάτη της γυναίκας και η διείσδυση πραγματοποιείται εκεί που η γυναίκα δεν το περιμένει. 
Αστρέχα, (η) = Το κομμάτι μιας στέγης - κεραμοσκεπής το οποίο εξέχει από τον κυρίως όγκο του σπιτιού για λόγους προστασίας από το νερό της βροχής. Απαγορεύεται τα νερά της βροχής να πέφτουν στο διπλανό οικόπεδο από την άκρη της στέγης δηλαδή την αστρέχα. Θεωρείται νομικά κατά κάποιο τρόπο χρησικτησία και συνεπώς αιτία διεκδίκησης εδάφους από το γειτονικό οικόπεδο.
Αυλακιάζω = Ανοίγω αυλάκι κατά τη διάρκεια του οργώματος είτε με το ζευγάρι είτε με το τρακτέρ.
Αυτοκίντο, (το) = Το αυτοκίνητο.
Αυτού, (επίρρημα) = Εκεί. Θάρθω το βράδυ αυτού. Αυτού είσαι;
Αφαλοκόβω = Κυριολεκτικά κόβω τον ομφάλιο λώρο στο νεογέννητο αλλά συνήθως χρησιμοποιείται ως απειλή: Κάτσε καλά Γιορ θα σαφαλοκόψω.
Αφάνσα = Αόριστος του αφανίζω, εξαφανίζω. Αφάνσαν όλους τους λαγούς απτά Κουπάκια, (τοποθεσία και προσωπικό μου όνομα χρήστη στο διαδίκτυο). 
Αφάνσε= Προστακτική του αφάνσα, (αφανίζω). Αφάνσε ο Γιορς τα γερόντια!
Αφύσκιος, (ο,η,το) = ο Αφύσικος, ο άσχημος. Αυτόν δεν τον παίρνω για άντρα, είναι αφύσκιος. 
Αχαμνά, (τα) = Τα γενετικά όργανα του άνδρα. Με βάρσε στα αχαμνά. 
Αχαμνός, (ο,η,το)= Ο λιπόσαρκος, ο αδύνατος. Μεταφορικά ο κακός. Αυτό ταρνί είνι αχαμνό. Αχαμνός άνθρωπος ο Γιορς, μας πούλσε. Αχαμνό καιρό έκανε πέρσ. 
Άχνα, (επίρρημα) = Η ανάσα, μεταφορικά η απόλυτη σιωπή. Τον έπιακαν κι δεν έβγαλε άχνα. Κάτσε αυτού κι μη βγάλς άχνα. 
Αχούρ, (το) = ο αχυρώνας, ο στάβλος, αλλά και μεταφορικά η ακαταστασία. Ω Κωστάκ καθάρσε σταχούρ τα μπλάρια. Αχούρ τόκανς εδώ  μέσα.
Αχπάν, (επίρρημα) = Επάνω. Που είσι μωρή; Αχπάν. Αχπάν εγώ απκάτ εσύ. Στην περίπτωση που είναι ακόμη πιο πάνω: Παραχπάν = ακόμη πιο πάνω από το επάνω. Που είσι μωρή; Εδώια παραχπάν.
Αψύς, (ο,το) =Ο ξινός, ο νευρικός, ευέξαπτος, το ξινό. Είναι αψύ το κρασί. Άστον αυτόν είναι αψύς. Μεσαιωνική λέξη που πλάστηκε από το αρχαίο πρόθημα αψί και τη λόγια κατάληξη -υς. 
Αψχάω =Τσιγκουνεύομαι, είμαι φειδωλός. Δεν ταψιχάου μάτιαμ γώ το ψμί. 
Β
Βάβω, Βάβου (η) = Η γιαγιά. Τι κάνς βάβω; Ω βάβω. Πιθανόν από το σλάβικο babo. Ο συγχωρεμένος ο Μήτρο Σπύρος, (Ράπτης), (πηγαίο ταλέντο κωμικού αλλά δυστυχώς γεννήθηκε στο Ντραγοβέτσι και σε ακατάλληλη εποχή), έκανε το παρακάτω αστείο στο συγχωριανό μας Νάσιο Γκέτση μικρό παιδάκι τότε. Αμολάει λοιπόν στο μονοπάτι έναν λαγό. Το βλέπει ο μικρός Νάσιος και φωνάζει: "Ένας λαγός βάβω". Πάει ο Μήτρος παραπέρα και ξαναρίχνει το λαγό μπροστά από το Νάσιο και ξαναφωνάζει ο Νάσιος: "Κιάλλος λαγός βάβω".
Βαΐζω = Λυγίζω, βαδίζω σκυφτός. Γέρνω από τη μια μεριά. Ωρέ Γιορ βαΐζει το σαμάρ. 
Βαραίνω = Γίνομαι βαρύς, παχαίνω.  Γίνομαι βαρύς, δυσκίνητος βαραίνει το στομάχι μου. Στην περίπτωση που κάτι θεωρείται σοβαρό, σημαντικό λέμε: η άποψή του βαραίνει. Α η γνώμ του Γιορ βαραίν πολύ.
Βαρβατιάζω = βρίσκομαι σε γενετήσιο οργασμό. Αφορά τα τραϊά, (τραγιά) 
Βαρβατίλα, (τραγίλα) = Ώρε αυτός ζεκοπάει βαρβατίλα δηλαδή βρωμάει από τη μυρωδιά  που αφήνει ο τράγος την περίοδο της αναπαραγωγής. 
Βαρβατσέλ, (το)= Το μικρό τραΐ, που θέλει να κάν τον τράγο. Μεταφορικά ο μικρός που παριστάνει το γαμιά. 
Βαρκό, (το) = Υγρός, βαλτώδης. Η μουτσιάρα, το μέρος, (χωράφι), που έχει συνέχεια νερό. Δεν κάν μάτιαμ  τίποτε σαυτό το χωράφ. Είν’ βαρκό. 
Βασλιάς, (ο) = Ο βασιλιάς. Ψωμί κι ελιά και Κότσιο βασλιά. Η χρυσόμυγα (Cetonia aurata). Το βασικό ανοιξιάτικο φρούτο ήταν τα σκιάμνα. Διότι γενικώς τα φρούτα στο χωριό αργούν να γένουν. Βάζαμε ένα σεντόνι κάτω από τη σκαμνιά και ένας ανέβαινε στο δέντρο και το τίναζε να πέσουν τα ώριμα στο σεντόνι. Μαζί τους έπεφταν και δεκάδες βασιλιάδες. Αγαπημένο μας παιχνίδι ήταν, όταν δέναμε ένα βασιλιά με ράμα από ένα πόδι του και τον φέρναμε γύρω γύρω και αυτός πετούσε αλλά δεν μπορούσε να ξεφύει. 
Βατσίνα, (η) =Το εμβόλιο. Σήμερα στο σχολείο κάναμαν βατσίνες. 
Βατσούνια, (τα) = Τα βάτα. Πούσουν ώρε χαμένο κι γρατζουνίθκες; Σε κάτ βατσνιές εδώ σιακάτ. 
Βελάν, (το) = Το βελανίδι.
Βελέντζα, (η) = Σκέπασμα από μαλλί φτιαγμένο στον αργαλειό στην οποία η μία πλευρά της είναι με φλόκια, (κρόσσια) για αυτό λέγεται και φλοκάτη. Εξ αυτής και το επίθετο Βελέντζας. Οι βελέντζες χρησιμοποιούνται και για σκέπασμα και για στρώσιμο στο πάτωμα ως χαλί. Αφού γίνονταν η ύφανση στον αργαλειό, στη συνέχεια πήγαιναν τις βελέντζες στο νεροτριβειό για να γίνει καθαρή, αφράτη και απαλή. Συνήθως μετά το νεροτριβειό ακλουθούσε το βάψιμο στο χρώμα της αρεσκείας της νοικοκυράς.
Βερβερίτσα, (η) = Ο μαύρος Σκίουρος Αλεπού (Sciurus niger - Σκίουρος ο μαύρος) και ο γκρίζος Σκίουρος, ( ο Σκίουρος ο κοινός - Sciurus vulgaris).
Βετούλ, (το) = Το χρονιάρικο κατσίκι. Άι αυτός πδάει σαν βετούλ.
Βζί, (το) = Το γυναικείο στήθος  και γενικά των θηλαστικών. Μωρή κρύψ τα βζιάσ. 
Βλάρ,, (το)= Τόπι μάλλινου υφάσματος που υφαίνεται στον αργαλειό και έφτιαχναν τα βλαρίσια ρούχα. 
Βλάντα ή Βλάτα, (η) = Ξύλινο δοχείο ύψους 1 μέτρο περίπου, (βλέπε φώτο), και με διάμετρο περί τους 25 πόντους, στο οποίοι τοποθετούν το γάλα για να βγάλουν το βούτυρο. Το κτύπημα του γάλατος γίνονταν με ένα ξύλινο έμβολο, συνήθως από κέδρο για να είναι ίσιο, το οποίο στην μία άκρη του είχε ένα ξύλινο πλεγμένο δίσκο ή στρογγυλό διάτρητο ξυλινο δίσκο για να μπορεί να διέρχεται το γάλα ανάμεσα στα κενά και ονομάζονταν φουρλέτσιο, (βλέπε λέξη και φωτογραφία). 
Βίτσα, βέργα, (η) = Λεπτό κλαδί ειδικά από κρανιά (Cornus mas) με το οποίο οι δάσκαλοι μας βάραγαν στα χέρια και στα πόδια και με τους καρπούς της η Κίρκη τάιζε τους συντρόφους του Οδυσσέα. Έφαα κάτ βιτσιές σήμερα άλλο πράμα. 
Βλιώρα, (η) = Η λέρα, η βρωμιά, ζιζάνιο των διαφόρων σιτηρών, για να έχει και σημασία η έκφραση: Άι κακή βλιώρα να σε πιάκ. Πάντως είναι και επίθετο κυρίως της Θεσσαλίας.* 
Βοζιώνω =  Βλέπω. Τι βοζιώνς σαν μπούφος;
Βόιδ, (το)= Το βόδι. Άι ρε βόιδ απδώ. Ντιπ βόιδ είνι αυτός. 
Bοϊδόπτσα, (η) = Μαστίγιο από ξεραμένο πέος βοδιού. Για να πονάει  περισσότερο τη βάζουν στο νερό. Ωρέ βρεμέν βοϊδόπτσα που σας χρειάζτε. Να τα πιάκς με μια βοϊδόπτσα, να τσαλλάξς τα φώτα. Αγαπημένη έκφραση του αγαπητού μας συγχωριανού Χρήστου Δημάκη. 
Βολά = Αριθμητικό, φορά. Μια βολά και ένα καιρό. Πόσες βολές πήγες Γιορ στο παζάρ; Μια βολά πέρσ. Εδώ συναντάται το φαινόμενο της μετατροπής το Φι σε Βήτα. 
Βορδόνα/ες, (η) = Το πρήξιμο που σχηματίζεται μετά από τσίμπημα κουνουπιού, σκνίπας, σφήκας ή και άλλου εντόμου, το οποίο παρουσιάζει και έντονη φαγούρα.
Βουζίλα, (η) = η σφήνα, ο μοχλός. Βάλε βουζίλα και σπρώξε. 
Βουζοκράτ, (το) = Ο στηθόδεσμος. Που τόχς μωρή το βουζοκράτ; 
Βουκέντρα, (η) = Βοήθημα του γεωργού. Όταν έκαναν χωράφι με βόδια, για να προχωράνε τα βόδια τα τζίναγαν με τη βουκέντρα, η οποία ήταν ένα μεταλλικό μυτερό τρίγωνο δεμένο σε ξύλο. 
Βουρλίζομαι = Τρελαίνομαι. Τι σέπιακε κι γυροφέρνς ώρε, βουρλάθκες; 
Βούρτσος, (ο) = Ο σκαντζόχοιρος. Στιχομυθία δύο συγχωριανών μας βλέποντας το «πουλί» μιας χωριανής μας. Τείν τούτο; Μείν είνι Βούρτσος; Όι δεν είνι βούρτσος, είνι κριγιάσ κόκκνο. 
Βουτσέλα, (η) = Ειδική ξύλινη κατασκευή μεταφοράς νερού, η βαρέλα, την οποία μεταφέρουν οι γυναίκες στην πλάτη. Ζαλικώθκε τη βτσέλα. 
Σημείωση: Κόσσα και Βλιώρα * Σύνδεσμος Αποφοίτων Ζωσιμαίας Σχολής Ιωαννίνων
Πηγή: Σπύρος Εργολάβος, Γεώργιος Παπακώστας, Φρίξος Πούρλης, Κώστας Καραγιαννίδης
Κόσσα και Βλιώρα ονομάζονταν, κατά τις τελευταίες δεκαετηρίδες της Τουρκοκρατίας, τα δύο αντίπαλα κόμματα της Ορθόδοξης Χριστιανικής Κοινότητας των Ιωαννίνων. Η κύρια εκλογική δύναμη του κόμματος της Κόσσας ήταν στις αριστοκρατικές συνοικίες. Και η Βλιώρα είχε μέσα στις τάξεις του ανθρώπους νοικοκυραίους, επαγγελματίες, εμπόρους, ανθρώπους του παζαριού και της δουλειάς. Είχε όμως και ανθρώπους λαϊκούς, ανθρώπους της ψάθας, εύθυμους τύπους και γλεντζέδες.
Γ 
Γάκς, (ο) = Το χαϊδευτικό του Γιώργου. Γάκ Φώτης, (Παντούλας) ήταν ο παππούς μου. Γάκ Μακρύς (Παντούλας), ήταν ξάδελφος του παππού μου. Μακρύς, διότι ο πατέρας του ήταν ψηλός δηλαδή μακριός, Γάκ Ράδης, ο πατέρας του Χρήστου Ράδη και Γάκ Σωτήρης, γιος του Σωτήρ Τσάλλου. 
Γαλάρια, (τα) = Τα ζώα που αρμέγονται, που παράγουν γάλα, δηλαδή έχουν γεννήσει. Πόσα γαλάρια έχς Γιορ; Ααα φέτος καμιά 40ριά.Τάλλα έμναν στέρφα δηλαδή στείρα. 
Γαλάσκ, (το) = Ο ασκός για το γάλα ή το τυρί. Θα σε σκάσω κάτ σα γαλάσκ!
Γαλότσες, (οι) = Φτηνά παπούτσια από λάστιχο. Γνωστή εταιρία που έφτιαχνε αυτό το είδος παπούτσια ήταν η «Αλυσίδα» με έδρα τη Θεσσαλονίκη, η οποία έκλεισε το 1974.
Γάμσα = Αόριστος του γαμάω. Χρησιμοποιείται κυριολεκτικά π.χ. Χθες γάμσα μα τσούπρα άλλο πράμα αλλά και μεταφορικά όπως στις εκφράσεις: "Την γάμσα" δηλαδή έπαθα ζημιά. «Με γάμσε" κάποια ενέργεια όπως δουλειά, διαδρομή, πόνος, αρρώστια κλπ κλπ. 
Γάνα, (η) = Η μουτζούρα από τα κάρβουνα. Μάσ τα χέριασ απτά κάρνα, θα γανωθείς. 
Γανωματής, (ο) = Ο καλατζής, ο άνθρωπος που καλαλίζει, γανώνει με καλάι (κασίτερο) τα χάλκινα σκεύη των παλιών νοικοκυριών. 
Γανωτής, (ο) = Αυτός που γανώνει. Συνώνυμο του Γανωματή. 
Γανώνω = καλαΐζω τα χάλκινα σκεύη. Γαμάω την γκόμενα. Τη  γάνωσε. Την καλάλισε στον πάτο απτό χωράφ. 
Γαράφα, (η) = Η καράφα. Γυάλινο σκεύος για νερό και άλλα υγρά, (τσίπουρο, λάδι κλπ). Πιάστην γαράφα με το λάδ. 
Γάστρα, (η) = Μεταλλικό κοίλο σκεύος με το οποίο ψήνεται το ψωμί και διάφορα φαγητά στο τζάκι. Πιθανόν από τη λέξη γαστήρ = κοιλιά. 
Γατζιάζω = Μου σηκώνεται η τρίχα από ανατριχίλα ή από το κρύο ανατριχιάζω. Κάν ψόφο, γάτσιασα. Πιθανόν από τη συμπεριφορά της γάτας που όταν θυμώνει σηκώνονται οι τρίχες της. 
Γατσιουμάλλια (τα) = Οι τρίχες στο σβέρκο του άνδρα και της γυναίκας. Κόψμου λίγο τα γατζιουμάλλια! 
Γδάρτς, (ο) = Ο γδάρτης, αυτός που γδέρνει π.χ. ζώα και μεταφορικά αυτός που είναι πολύ ακριβός είτε σε υπηρεσίες είτε σε προϊόντα. Μας έγδαρε ο Γιορς στους φόρς. Που πας μωρ σαυτόν να ψωνίεις. Αυτός θα σε γδάρ πατόκορφα. Αλλά και Μάρτς γδάρτς κι κακός παλουκοκάφτς, (παροιμία). 
Γέννημα, (το) = Η παραγωγή σιτηρών, καλαμποκιού κλπ. Πως πήγαν τα γεννήματα Γιορ φέτος; Ψία καλούτσικα από πέρσ! 
Γεντέκι, (το) = Ο γερός άντρας, ο ψηλός. Ένα γεντέκ ίσα μεκεί πάν. Ωρέ πάει ο Κώτσιος; Αυτός ορέ ήταν γεντέκ. 
Γέρεμα, (το) = Η γιατρειά, η ίαση.
Γεράνιο, (το) =  Χρώμα βαθύ μπλέ.
Για, (πρόθεση με διάφορες έννοιες) = Η πρόθεση για χρησιμοποιείται δε διάφορες εκφράσεις όπως : Εδώγια = Εδώ ακριβώς, Αυτός για = Αυτός νάτος μπροστά σου. Εγώ για = Εγώ ο ίδιος. Τούτο για = Αυτό εδώ. Για πες μου = Έλα λέγε τι θέλεις να πεις.
Γιαγούρτ, (το) = Το γιαούρτι.  
Γιαλάω = Κοροϊδεύω, εξαπατάω κάποιoν, ξεγελώ. Σε γιαλάει ορέ χαζέ. 
Γιάννα, (τα) = Τα Ιωάννινα. Που πας Κώτσιο; Πάω στα Γιάννα. Όταν θέλουμε να πούμε στο χωριό, ότι πάμε στα Γιάννινα λέμε: «Πάμε Μέσα». Για την Αθήνα λέμε: «Πάμε Πέρα». 
Γιαστραμμένος, (ο,η,το) = Αυτόν που το βάρεσε η αστραπή, ο αστραποβαρεμένος. Τι κάνς αυτού γιαστραμμένε; Αυτό το γιαστραμμένο το πδί που χάθκε πάλια, (πάλι). 
Γιδοξούρ, (το) = Εργαλείο απαραίτητο σε κατόχους αιγοπροβάτων για το κούρεμά τους και μεταφορικά αυτός που είναι κουρεμένος σαν γίδι. Ωρέ κουρέφκες σαν γιδοξούρ αλλά και ο κοινωνικά αμόρφωτος: Ο Γιορς είνι μεγάλο γιδοξούρ.  
Γιέμου, (επίρρημα) = Εκφράζει απορία, θαυμασμό αλλά και οδύνη. Ωχ γιέμουυυυυ, πάει το πδάκιιιι! Αλήθεια γιέμου, έγνε τέτοιο πράμα; 
Γιένομαι = Γίνομαι: λαμβάνω κάποια υπόσταση, γενιέμαι, αποκτώ κάποια ιδιότητα, ετοιμάζομαιολοκληρώνομαι, συμβαίνω, καταλήγω και στο Γ΄ πρόσωπο ενικού είναι δυνατόν. Τι να σπώ Γιορ καταντροπιάσκα, γίνκα κατακόκκινος σαν το πατζάρ. Γιένκε το πδί τσι Μυγδάλως και κτύπσαν οι καμπάνες. Ω Μήσταινα, γίνκε μωρή αυτό το φαϊ;   Ω Γιορ γιέντε μωρέ ναρθείς καταδώ να κουβεντιάσουμε για το χωράφ;
Χρόνοι του ρήματος γιένομαι: Ενεστώτας γιένομαι, Παρατατικός γιενόμουν, Εξακολουθητικός Μέλλοντας θα γιένομαι, Συνοπτικός Μέλλοντας θα γιένω, Συντελεσμένος Μέλλοντας θα έχω γιένει Αόριστος γίνκα ή γίγκα,  Παρακείμενος, έχω γιένει Υπερσυντέλικος είχα γιένει.
Γίνκα = Αλριστος του ρήματος γιένομαι. Έγινα, ωρίμασα, χάθηκα, αλλάζω βαθμό, συνέβη κλπ. Ω Γιορ! Τι γίνκε μωρέ το πδί  στο στρατό; Α μεγάλος. Γίνκε υποδεκάνεας.   
Γίγκα = Το ίδιο με το παραπάνω με τη διαφορά ορισμένοι το νι το προφέρουν γάμα.
Γίκος, (ο) = Τα σκεπάσματα του σπιτιού ένα πάνω στο άλλο. Κάτι σαν να λέμε σήμερα ντουλάπα. Ο γίκος στα παλιά σπίτια ήταν το μέρος όπου στοιβάζονταν σε διάφορα μέρη, καθώς δεν υπήρχε χώρος, παπλώματα, κουβέρτες, βελέντζες κ.λ.π. η μια πάνω στην άλλη, και τα κάλυπταν με ένα σεντόνι. Χώρος αποθήκευσης. Η νύφ είχε μεγάλο γίκο. 
Γιόμα, (το) = Το μεσημέρι. Από το γιομίζω = γιεμίζω δηλαδή το μεσημέρι που γίνεται το γέμισμα του ήλιου, έχουμε γιόμα. Ως γνωστόν κάποιοι την χρησιμοποιούν τη λέξη και στο ποδόσφαιρο, όταν μια ομάδα προσπαθεί να βάλει τέρμα με σέντρες δηλαδή με γεμίσματα, κάποιοι σχολιάζουν: με γιόμες δεν βάζεις γκολ!  
Γιομίζω = Γεμίζω 
Γιορς, (ο) = Χαϊδευτικό του Γιώργου, αντίστοιχο του Γάκη. Όχι συνηθισμένο χαϊδευτικό. Οι πιο γνωστοί Γιόρηδες του χωριού ήταν ο Γιορ Μπέης αλλά και Γιορ Παντούλας, (Μακρύς). 
Γιορτόπιασμα, (το) = Δηλαδή η σύλληψη παιδιού την παραμονή γιορτής. Υβριστική λέξη διότι η σύλληψη δηλαδή η ερωτική πράξη έγινε την παραμονή μεγάλης γιορτής. Δηλαδή συντελέστηκε αμαρτία άρα και το παιδί αμαρτωλό. Αν σε λάβω στα χέρια μου γιορτόπιασμα θα σδείξω γώ.
Γίτσα , (η) = Χαϊδευτικό της Γεωργίας.  
Γίτσης, (ο) = Χαϊδευτικό του Γιώργου. Γνωστός χωριανός με το χαϊδευτικό Γίτσης ήταν ο Γίτσ Τσάμης, (Ράφτης), εξ ού και η προσφώνηση του γιου του, ως Χρήστο Γίτσης. Η προσφώνηση των Ραφταίων ως Τσάμηδες ήταν, διότι ήρθαν από το Τσάμικο δηλαδή τη Θεσπρωτία. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Γιάννη Ντάσιου το πραγματικό επίθετο ήταν «Ολύμπιος».
Γιώρα, (η) = Η ώρα, ο καιρός, η στιγμή αλλά και κατάρα. Α ρε γιορτόπιασμα γιώρα που να σε πιάκ. Δε γνωρίζω τι ακριβώς συμπτώματα παρουσιάζει το άτομο όταν τον πιάνει η γιώρα.
Γκαβάδ, (το) = Το τυφλό άτομο. Ωρέ γκαβάδ είσι.
Γκαβομάρα, (η) = Η τυφλομάρα.
Γκαβός, (ο) = Ο τυφλός. Ο αλλήθωρος. Ο γκαλιούρης. Δεν γλέπς ωρέ; Γκαβός είσι; 
Γκαζοντενεκές, (ο) = Δοχείο συνήθως 16κιλο ή 8κιλο από τσίγκο, (ψευδάργυρο), το οποίο συνήθως χρησιμοποιούμε για να βάζουμε τυρί, αν πρόκειται για αυτόν με καπάκι ή λάδι αν πρόκειται αυτόν με πώμα.
Γκαΐλης, (ο,η,το): Ο πολύ μελαχρινός, ο κατάμαυρος.  
Γκαλιουρίζω = Αλληθωρίζω. Τι να τον κάμς μωρή αυτόν; Είνι γκαλιούρς.  Με γκαλιούρ αν κοιμθείς το πρωί θα γκαλιουρίζς. 
Γκαλιούρης = Ο αλλήθωρος. 
Γκάλπη, (η) = Η καφέ γίδα. Πιθανόν βλάχικη δηλαδή λατινογενής λέξη. 
Γκανιάζω = Σκάω. Γκάνιαξε στο κλάμα το πδί. 
Γκαργκανάω = Κάνω περίεργους θορύβους. Τι γκαρκανάς ωρέ κει πίσω; 
Γκαρίζω = Η φωνή του γαϊδάρου και μεταφορικά αυτός που είναι κακόφωνος. Σγά τον τραγουδ(ι)στή. Αυτός δεν τραγδάει, γκαρίζ.
Γκάρισμα, (το) =  Η πράξη του γκαρίσματος.
Γκέβω = Γεύομαι. Βουτάω το ψωμί στο ζουμί, στο γάλα, στη σάλτσα και γενικά στο φαΐ. Μωρή Μυγδάλω, γκέψε ψωμί στο ζμί να χορτάεις.  
Γκιλντάρα, (η) = Το πέσιμο με ταυτόχρονη κατρακύλα: Έφαγα μια γκιλντάρα.  Γκιλντάρα έφθασε στον πάτο. 
Γκισέμ, (το) = Ο τράγος αρχηγός του κοπαδιού. Μου έλεγε ο προσμπάρμπας μου ο Γάκη Μακρύς. Κωστάκ δεν κάν το κοπάδ χωρίς γκισέμ. Προφητικός ο Μπάρμπα Γάκης. Σήμερα εμείς έχουμε μόνο δοσίλογους κι η Ευρώπη ανίκανα «γκόλντεν μπόυς». Τα γκισέμια έχουν πεθάνει παντού προ πολλού. 
Γκίζα, (η) = Η μυζήθρα. Το τυρόγαλο απ το καζάνι, που βγαίνει απ' το κεφαλοτύρι, τ’ αποβουτυρώνουν με μηχανή και παίρνουν την κρέμα. Το υγρό που βγαίνει, ή το βράζουν και κάνουν γκίζα (μιτζήθρα) ή το ρίχνουν στα σκυλιά και τα γουρούνια. Τη γκίζα την τρώμε σκέτη ή την τηγανίζουμε μ' αυγά ή τη βάζουμε σε πίτα. 
Γκιόσα, (η) = Η μεγάλη σε ηλικία γίδα και μεταφορικά η γερασμένη και άσχημη γυναίκα. Στην Πελοπόννησο καλούν την γερασμένη προβατίνα γκιόσα. Ωρέ Κώτσιο, αυτή η γκιόσα δεν βράζ’ με τίπτα. Μωρή γκιόσα, θα σφάω τον γκριντζιλιάγκο. 
Γκλαφνάω = Γαυγίζω. Τι γκλαφνς κει πέρα; 
Γκλάβα (η) = Το κεφάλι. Τι κουβαλάει η γκλάβα σου; Δεν έχει ντιπ μυαλό η γκλάβα σου; Η λέξη είναι σλάβικη και σημαίνει το κεφάλι και μεταφορικά η κεφαλή πχ της εξουσίας, της επιχείρησης κλπ. 
Γκλαβανή (η) = Το άνοιγμα με το οποίο ανεβαίνουμε στο χώρο μεταξύ ταβανιού και στέγης. Όλα τα ταβανωμένα σπίτια στο χωριό έχουν γκλαβανή. Διάβασα, ότι αλλού χρησιμοποιούν τη λέξη και για την είσοδο στο κατώι. Θεωρώ, ότι είναι λάθος, διότι η λέξη προέρχεται από το γκλάβα= κεφαλή . Η κεφαλή του σπιτιού είναι η στέγη
Γκλιέμαι = Κυλιέμαι. Που γκλίθκες μωρή; Γκλίθκα στο χορτάρ με τον Γιόρ. 
Γκοτζάμ(ου) και Γκιτζιά, (επίρρημα) = Αναφέρεται σε μέγεθος ή ηλικία. Έγινε γκοτζάμ παλικάρι. Ω πατέρα, πως πάει το καλαμπόκ; Καλά πάει. Έγνε γκοτζιά. Δηλαδή κάτι σαν μονάδα μέτρησης. Πιθανόν τουρκικής προέλευσης. 
Γκοτς, (άκλιτη λέξη) = Κουβαλάω κάποιον στην πλάτη. Οι μανάδες κουβαλούσαν τα παιδιά στην πλάτη τους αφού τα έδεναν με τριχιά για να έχουν ελεύθερα τα χέρια τους για τις αναγκαίες δουλειές της ημέρας. Ω μάνα.  Κουράσκα, πάρεμε γκοτς. 
Γκιούμ, (το) = Ειδικό δοχείο από τσίγκο που το χρησιμοποιούσαν οι κτηνοτρόφοι είτε για νερό είτε για το γάλα. Υπάρχει και το δημοτικό άσμα "πάρε τα γκιούμια κέλα! 
Γκλακανάω = Καταπίνω με θόρυβο, κάνω γκλ γκλ γκλ. 
Γκορτσιά, (η) = Η αγριαπιδιά, (Pyrus spinosa). Οι κσρπόι της γκορτσιάς, (τα γκόρτσα) ωριμάζουν το Νοέμβρη και αποτελούν ένα νόστιμο φρούτο.
Γκουσταρίτσα, (η) = Η σαύρα. Είναι αυτή μια γκουσταρίτσα! Για την πονηρή γυναίκα. Σλάβικη λέξη για τη σαύρα: Στα σέρβικα = гкоустаритса και στα σλοβένικα = gkoustaritsa. 
Γκούλιαρας, (ο) = Η γνωστή τραμπάλα. Επειδή τότε δεν υπήρχαν αγορασμένες τραμπάλες, φτιάχναμε αυτοσχέδιες. 
Γκούμενος, (ο) = Πρόκειται για το έντομο (Xylocopa violacea), που ανήκει στα Υμενόπτερα. Το έντομο αυτό φτιάχνει τη φωλιά του με μορφή διαδρόμου σε ξερά ξύλα, τον οποίο διάδρομο διαχωρίζει σε μικρά διαμερισματάκια όπου βάζει ένα είδος μελιού και εκεί αποθέτει τα αυγά του. Εμείς ως παιδιά ψάχναμε να βρούμε αυτές τις φωλιές με ένδειξη τα ροκανίδια από το ξύλο.
Γκούσια = Παιδικό παιχνίδι. 
Γκούσταρας, (ο) = Η μεγάλη πράσινη σαύρα, (Lacerta viridis).
Γκριτζέπ, (το) = Αυτό που εξέχει από κάπου. Που τόσκσες το πουκάμσο; Μέπιακε ένα γκριτζέπ. 
Γκριτσλιάγκος, (ο) = Ο λαιμός. Θα σε πιάκω κι θα σου πετάξω πέρα τον γκριτζιλιάγκο. Ποιος θα φάει τον γκριτζιλιάγκο του κόκορα; 
Γκουρλώνω = Ανοίγω υπερβολικά τα μάτια μου για κάποιον σοβαρό λόγο. Τι γκουρλώνς ορέ τα μάτιασ; 
Γκουμπλίτσα = Μικρός ξύλινος κάδος που έβαζαν οι κτηνοτρόφοι το γάλα, όταν άρμεγαν τα γιδοπρόβατα. 
Γκουντουλίνες, (οι)= Τα 45ρια καρφιά αλλά μεταφορικά, τα καρφώματα, οι σπιουνιές, οι ρουφιανές. Έριξε κάτ γκουντουλίνες ο Γιορς που γίνκαν μαντάρα στο Χωριό.
Γλίνα, (η) = Ο πηλός. Το χρώμα του πηλού είναι είτε μπλε είτε καφέ.
Γλιέπω = Βλέπω. Ορέ χαμένε δεν γλιέπς ντιπ; 
Γνέμα, (το) = Το νήμα που έχει προκύψει από το γνέσιμο με τη ρόκα. 
Γομάρ, (το) = Ο γάιδαρος. Που πας ωρέ γομάρ. Αλβανικής προέλευσης λέξη. 
Γομαροτσώνος, (ο) = Ο Χοντρομύτης, (Coccothraustes coccothraustes). 
Γούπατο, (το) = Το κοίλο χαμήλωμα του εδάφους. Μη χτίζς εκία σπίτ. Είν γούπατο. 
Γούρα, (η) = Τα κοίλα μέρη στα ρέματα και στα ποτάμια σε περιορισμένη βεβαίως έκταση. 
Γούσιας, (ο) = Ο Γιώργος. Γνωστός χωριανός με το χαϊδευτικό Γούσιας ήταν ο Γούσια Τσάλλος πατέρας των Τάκη και Περικλή Τσάλλου. 
Γράβος, (ο) = Το δέντρο γαύρος, (Carpinus orientalis). Εξ ου και το τραγούδι: Έπεσα απτό γράβο Κυραγιωργάκαινα.
Γραίνω = Επεξεργάζομαι το μαλλί για το γνέσιμο με τη ρόκα. Υπάρχει μια ξύλινη κατασκευή, η οποία αποτελείται από δύο τεμάχη, τα τσικρίκια, όπου έχουν τοποθετηθεί λεπτές σκληρές βελόνες και εκεί τοποθετούν το πλυμένο μαλλί από τα γιδοπρόβατα και το γραίνουν για να γίνει αφράτο, έτοιμο για γνέσιμο με τη ρόκα.  Σύμφωνα με τον Οικονόμου από το ρήμα υγραίνω, επειδή σε άλλες περιοχές της Ελλάδας για την ίδια διαδικασία χρησιμοποιούν τη λέξη ζεματίζω.
Γραμμένο μου = Όμορφό μου, Μάτια μου, Χρυσό μου κλπ. Αχ γραμμένε μου, Γιορ, τι σούμελε να πάθς απτόν Βαγγέλ. 
Γραπώνω = Πιάνω κάποιον ή κάποιο αντικείμενο γερά. Τον γράπωσα τον Γιορ απτόν σβέρκο για να μη ξεφύει.
Γρέκι, (το) = Ο χώρος κατοικίας του κτηνοτρόφου στο χειμαδιό ή στο βουνό. Θα πάω απόψε στο γρέκμ. 
Γρεντιά, (η) = Το δοκάρι. Μεταφορικά ο στυλοβάτης σου σπιτιού. Δε φοβάνται οι Έλληνες, έχν γρεντές τον Γιορ, τον Αντών, τον Βαγγέλ και τον Φωτάκ! 
Γρέντζουλο, (το) = Το αγριοστάφυλο. Ανέβκε να φάει γρέντζουλα. 
Γρίβας, (ο) = Το ασπροσταχτί άλογο ή μουλάρι.
Γρνόπετσο, (το) = Το δέρμα του γουρουνιού. Απ γρνόπετσο είν τα παπούτσιασ Γιορ; 
Γρούν, (το) = Ο χοίρος, το γουρούνι. 
Γρουμπούλ, (το) = Ο σβώλος. Έχω ένα γρουμπούλ στον πισινό. Πιθανόν σλάβικης προέλευσης.
Γρουμπουλιάζω = Γίνομαι όλο σβώλους. Ω Μήτσιο ανακάτεψε μωρέ την κατσαρόλα γρουμπούλιασε το φαΐ.
Γυρνάω = Γυρίζω. Ωρέ ζαγάρ που γυρνάς όλη μέρα;
Γωνίστρα, (η) = Το περιθώριο στο τζάκι όπου δεν τοποθετούνται ξύλα.
Δ
Δάρτς, (ο) = Ο δάρτης, αυτός που δέρνει, συνώνυμο του γδάρτη. Εργαλείο με το οποίο στουμπίζουν το στάρι και τα άλλα σιτηρά αποτελούμενο από δύο τεμάχη μεγάλο και μικρό δεμένα με σχοινί.
Δαυλί, (το) = Αναμμένο κομμάτι ξύλου.
Δάχλο, (το) = Το δάκτυλο. Έβαλε το δάχλο στο μέλ ο Άκς.
Δαχλιά, (η) =Το αποτύπωμα του δάχλου. Άφκες δαχλιές στο τζάμ.
Δείξος (ο) και Ποίξος (ο) = Έκφραση. Ο τέτοιος ή τρισάθλιος ή άχρηστος. Αυτός τα λέει αυτά γιατί είνι δείξς και ποίξς. Εκ του «ο δείξων και ο ποιήσων».
Δέντρος, (ο) = Η δρυς, είτε η Δρυς η κήρρις (Quercus cerris) είτε η Δρυς η μαλλωτή (Quercus lanuginosa). Γνωστό δέντρο με τα ονόματα: Τζέρος, δέντρο,  ρουπάκι, ντούσκο, γρανίτσα κλπ. 
Δημοσιά, (η) = Ο δημόσιος δρόμος.
Διακονάρς, (ο) = Ο ζητιάνος, ο ζήτουλας. Θα του δείξω γώ του διακονάρ.
Δγόν/α, (το/η) = Το όψιμο αρνί  ή κατσίκι. Μεταφορικά αναφέρεται και για το τελευταίο αγόρι ή κορίτσι της οικογενείας.
Δικέλ, (το) = Ξύλινο εργαλείο που χρησιμοποιούνταν στο αλώνισμα για το γύρισμα του αλωνιού, για τη συγκομιδή του άχυρου αλλά και για το καθάρισμα από τα άχυρα του καρπού δηλαδή στο λίχνισμα. Το ίδιο εργαλείο το χρησιμοποιούσαν και στο γύρισμα του κομμένου χόρτου για να στεγνώσει από τις δυο μεριές.
Δικράν, (το) = Σιδερένιο εργαλείο που το χρησιμοποιούσαν στις ίδιες εργασίες με το δικούλι ή δικέλι, (βλέπε φώτο).
Δίπατο, (το) = Το σπίτι που έχει δύο πατώματα, το διώροφο.
Διπλάρκος, (ο, η ,το) = Ο διπλός, ο δίδυμος. Γένσε διπλάρκα.
Δισπότς, (ο) = Ο επίσκοπος, ο δεσπότης. Θα σε πάνω, (πάω), παπά στον δισπότ.
Δκόμ = Δικό μου, δικό σου, δικό του. Δκόσμ ορέ είνι ο μαστραπάς! Δκόσ ή δκότ είνι τούτο;
Δλια, (η) = Η δουλειά. Έκανς τη δλιάσ; Αλλά και το γαμίσι. Την έφτιακε τη δλιά με την άλλν.
Δοκάω = Αντιλαμβάνομαι, το παίρνω είδηση, το καταλαβαίνω, το παίρνω χαμπάρι. Οι χρόνοι του ρήματος: Ενεργετική φωνή: Δοκάω, δοκούσα, θα δοκάω, θα δοκήσω, δόκσα, έχω δοκήσ, είχα δοκήσ, θα έχω δοκήσ. Παθητική φωνή: δοκιέμαι, δοκιόμουν, θα δοκθώ, θα δοκιέμαι, δοκήθκα, έχω δοκθεί, είχα δοκθεί, θα έχω δοκθεί. Ω Κωστάκ! Δοκήθκες αν πέρασε απαφτού το μπλάρ; Όχ, δε το δοκήθκα. 
Δραγάτς, (ο) = Ο Αγροφύλακας, όχι αυτούς που διόρισε ο Πολύδωρας. Ο φοβερότερος αγροφύλακας που υπηρέτησε στο Χωριό, ήταν για μένα ο Μακρέσιας από τους Γεωργάνους. Δεν υπήρχε περίπτωση να κλέψεις φρούτα και να μη σε πιάσει και να σε ξεβρακώσει.
Δραγουμάνος, (ο) = Ο διερμηνέας. Τι δεν νογάς; Θέλς δραγουμάνο για να πάρς φωτιά;
Δραπέτς (επίρρημα) = Το πολύ ξινό και στυφό φρούτο. Στην πραγματικότητα το άγουρο φρούτο. Δεν τρώγονται τα σταφύλια είναι δραπέτς.
Δρασκελάω = Πηδάω κάποιο εμπόδιο, το περνάω από πάνω. Ο Δραγάτς δρασκέλσε το χαντάκ κι τον έπιακε τον κλέφτ.
Δρασκελιά (η) = Το πήδημα άνευ φόρας. Με μια δρασκελιά μέφτακε η Μάρω.
Δροτσίλα, (η) = Μικρό κόκκινο σπυρί.
Ε
Έε = Τι; ορίστε; Τι είπες;
Έεεεε = Έεεεεεε μη βιάζεσαι μωρή. Έεεεεεε αγάλ αγάλ, ωρέ με το μαλκό βάλτν.
Ειδήσματα, (τα)= Όλα τα πράγματα του σπιτιού είτε πρόκειται για ρουχισμό είτε για μαγειρικά σκεύη και γενικώς ό,τι έχει ένα σπίτι. Ούι μουκάκε το σπίτ. Πάν τα ειδήσματάμ;
Έργος, (το) = Το τμήμα του χωραφιού που θα σκαφτεί από τον κάθε εργάτη. Σήμερα δεν είχα κουράγιο κι έσκαψα μόνο ένα έργος.
Έρμος, (ο,η,το) = Ο έρημος, η έρημη, το έρημο. Με τον ήλιο τα βγάζω με τον ήλιο τα βάζω, τι έχουν τα έρμα και ψοφάν! 
Έστερξα = Αόριστος του ρήματος στέργω. Τέριαξα, αποδέχτηκα, συναίνεσα σε κάτι.
Έφκα = Αόριστος του ρήματος φεύγω. Άι εγώ έφκα, πάω σιακάτ. 
Έχος, (το) = Το βιος. Τι έχος έχ ο γαμπρός; Έχ τίποτα ή είνι ρέστος; Tόφαε ο Γιορς όλο το έχος που τάφκε ο πατέραστ. 
Ζ
Ζα, (τα) = Τα πράματα, το ζωντανό βιος, τα ζώα. Ο Κώτσιο, πως τάχς τα πράματα; Μια χαρά Γιορ, μια χαρά. 
Ζαβός, (ο) = Το στραβόξυλο, το ζώο με παραξενιές. Αυτός ο Κώτσιος είναι ντιπ ζαβός. Πρόσεξε Γιορ το σκλί είναι ζαβό. Όταν υπήρχαν κοπάδια στο Χωριό, υπήρχαν και τσομπανόσκυλα. Φοβερά τσομπανόσκυλα ήταν του Κόλιο Βγένη, (Παντούλα) και του Λάμπρου Νικόλα (Τσάλλου) αλλά και άλλων χωριανών.   
Ζαβλακώνομαι = Ζαλίζομαι, αποχαυνώνομαι. Έχω χαζέψει ντιπ κατά ντίπ. Πήγα στο χωράφ ντάλα μεσημέρ κι με ζαβλάκωσε ο ήλιος. 
Ζαβρακιασμένος, (ο) = Ο μαραμένος, ο ζαρωμένος. Τι στέκς ωρέ σαν ζαβρακιασμένο;  Σύμφωνα με την ερμηνεία του Οικονόμου, η λέξη προέρχεται από το ρήμα: δια + αυλακιάζω = διαυλακιάζω→διαυλακισμένος→ ζαβλακιασμένος → ζαβρακιασμένος.
Ζαγάρ, (το) = Το κυνηγόσκυλο, ο αργόσχολος αλλά και ο πονηρός άνθρωπος. Που γυρίζς ορέ ζαγάρ; Ω Γιορ, έχς καλό ζαγάρ για το κυνήγ; Δεν άφκε πόρτα για πόρτα το παλιοζαγάρ. Είν αυτός ένα ζαγάρ άι άι άι. 
Ζαγκανάω – Ζαγκανιέμαι = Κουνάω κάτι με θόρυβο. Κουνιέμαι πέρα δώθε ενοχλητικά. Ο Κωστάκ; Τι ζαγκανάς κει πέρα; Αν ενθυμούμαι καλά, θεωρώ, ότι η χρήση του ρήματος γίνονταν πάντα, όταν υπήρχε ενόχληση από το «ζαγκάνισμα» κάποιου σε κάποιον. Δηλαδή ο θόρυβος είναι ενσωματωμένος στη λέξη.
Ζαγκανούδια, (τα) = Αυτά που ζαγκανάν, που κάνουν θόρυβο και κατ' επέκταση τα όργανα μουσικής, το ραδιόφωνο, η τηλεόραση και γενικά ό,τι μηχάνημα εκπέμπει στο διαπασών.   
Ζαλίκι, (το) = Δέμα κομμένων ξύλων για τη φωτιά, το οποίο το φορτώνονταν οι γυναίκες στην πλάτη. Όλες οι παλιές γυναίκες έχουν ζαλικωθεί. Μπροστά καβάλα πήγαινε ο άντρας και ακολουθούσε η γυναίκα ζαλικωμένη. 
Ζαλικώνομαι = Κουβαλάω ζαλίκι. Πολλές φορές ζαλικώνονταν και τα παιδιά οι γυναίκες όπως και τις βουτσέλες. 
Ζάντσα, (η) = Η παραξενιά, η ιδιοτροπία. Για τα ζώα η δυστροπία. Έβγαλε  ζάντσα το μπλάρ. 
Ζαπώνω= Καταλαμβάνω αυθαίρετα κυρίως κάποια έκταση αλλά και πράγματα. Ωρέ Γιορ, την ζάπωσες την εξουσία. Ζάπωστο το κριάρ απτά αχαμνά. Τον ζάπωσε τον τόπο ο Γιορς.
Ζάφτ, (επίρρημα) = Καταφέρω κάτι, κάποιον, δαμάζω, επιβάλλομαι. Το έκανα ζάφτ το σκυλί. Τον έκανα ζάφτι, τον κουμαντάρισα δηλαδή τον έφερα στα νερά μου ή τον νίκησα. 
Ζβάρα, (η) = Είναι αγροτικό εργαλείο με το οποίο φρεζάριζαν τα χωράφια τους παλιά οι αγρότες με τα ζώα. Μεταφορικά η λέξη χρησιμοποιείται σε διάφορες περιπτώσεις. Κατέβηκα το βουνό ζβάρα δηλαδή είτε κουτρουβαλώντας είτε με τον πισινό. Μας πήραν ζβάρα και μας έβγαλαν από την άλλη μεριά. Πήρα ζβάρα τα σοκάκια για να σε βρω. 
Ζβαρίζω = Δουλεύω με τη ζβάρα. 
Ζβαρνάω = Σέρνω. Τι ζβαρνάς ωρέ τα ποδάριασ; Προφανώς η λέξη σχετίζεται ετυμολογικά με τη ζβάρα. 
Ζβαρνιέμαι = Σέρνομαι. Ζβαρνήθηκε ο Γιορς απτς Κοντάτες μέχρι τα Κουπάκια.
Ζβίγκος, (ο) = Το τίποτα. Τι θα μου φέρς μάνα απτα Γιάννα; Ένα ζβίγκο με χερούλ. Δηλαδή ένα τίποτα με χερούλι. Αργότερα έμαθα ότι ο ζβίγκος είναι νησιώτικο γλυκό. 
Ζγά, (επίρρημα) = Σιγά. Ζγα ρε θα με βαρέις. 
Ζγκαρλίζω = Αναφέρεται στο επιφανειακό ανακάτωμα του χώματος από τα πτηνά στην αναζήτηση σπόρων αλλά και σε αυτόν που δεν σκάβει βαθειά το χωράφι.
Ζγούρ, (το) = Το νέο πρόβατο που μόλις έχει απογαλακτιστεί. 
Ζγώνω = Πλησιάζω κοντά. Για ζύγσε κι θα σι φτιάκω γω για τα καλά.
Ζεκοπάω = Βρωμάω πολύ άσχημα. Πάρ τα τσουράπια απδώ, ζεκοπάν. 
Ζεματάω = Βάζω κάτι σε καυτό νερό και μεταφορικά κάνει φοβερή ζέστη αλλά και καίγομαι από μια πράξη. Ο ήλιος σήμερα ζεματάει. Με ζεμάτσαν στο χρηματιστήριο.   
Ζεύγλα, ή Ζέβλα (η) = Η ζέβλα είναι το αντίστοιχο της λαιμαριάς των μουλαριών ή των αλόγων αλλά κατασκευασμένη από ξύλο λυγισμένο σε μορφή οβάλ για να θηλυκώνει στο λαιμό του βοδιού και στις άκρες είχε τρύπες για να δένεται ο ζυγός. Ο εξοπλισμός που χρειάζονταν για να οργώσει κάποιος με μουλάρια ή άλογα ήταν περισσότερο περίπλοκος από τον εξοπλισμό με βόδια. Άλλωστε είναι λογικό διότι προηγήθηκαν τα βόδια στο όργωμα άρα το σύστημα θα ήταν πιο απλό. Οι παρακάτω στίχοι της τραγωδίας του Αισχύλου:"Ο Προμηθέας Δεσμώτης", ενσισχύει τον παραπάνω ισχυρισμό :...και πρώτος έζεψα τα ζώα στο ζυγό, καματερά στη ζεύγλα ή στο σαμάρι υποταγμένα, για ν αναλάβουνε τους πιο βαριούς μόχθους του ανθρώπου...(απόσπασμα από την ιστοσελίδα: http://www.greek- language.gr)
 Ζητάει/Ζήτσαν, (γ’ πρόσωπο του ρήματος ζητάω) = Αναφέρεται στα οικόσιτα ζώα, όταν βρίσκονται σε οίστρο. Ω Γιορ. Ζήτσαν μωρέ οι πρατίνες ή όχ; 
Ζιάκα, (η) = Σάκος φτιαγμένος από λινάρι ή και από νάιλον. Χρησιμοποιείται για να βάζουν τα γεννήματα και άλλα πράγματα.
Ζιάμπα, (η) = Ο φρύνος ο κοινός, (Bufo bufo).
Ζιλινιά, (η) = Το φιλίκι, (Phillyrea latifolia). Ανήκει στην οικογένεια Oleaceae. Οι καρποί της είναι στρογγυλοί σκούροι μπλε έως μαύροι και αποτελεί τροφή για τα πουλιά, (φάσες, κιριαρίνες, κοτσύφια κλπ). 
Μερικές φορές η πρόθεση στο, στη(ν) μπροστά από λέξεις που αρχίζουν από ντ και π μετατρέπεται σε ζ(σ)ντ, ζ(σ)μπ. Δηλαδή κάτι μεταξύ ζήτα και σίγμα. Όχι σύνηθες στην Ελαφιώτικη ομιλία.
Ζμί , (το)= Χυμός. 
Ζμπλατεία = Στην πλατεία.Που πάεις Γιορ; Ζμπλατεία. 
Ζμπόρτα = Στην πόρτα. 
Ζμπούτσαμ = Στην πούτσα μου. Αδιαφορώ. 
Ζντουλάπ = Στο ντουλάπι. Που είνι μωρή ο καφές; Ζντουλάπ Γιορ. 
Ζούδιο, Ζούδι, (το) = Το άγριο ζώο αλλά και ο βλάκας, ο αμόρφωτος. Αυτός ο Γιορς είνι ντιπ καταντίπ ζούδιο. 
Ζουλάω, ζουπάω = Συμπιέζω, πιέζω. Σιγά μωρή με ζούλξες, (με ζούπσες).
Ζουλάπ, (το) = Το άγριο ζώο του δάσους αλλά και ο αμόρφωτος, ο ακοινώνητος  άνθρωπος.
Ζούπισμα, ζούλισμα, (το) = Πίεση, συμπίεση. Το ζούπσες, (το ζούλσες), μωρή το γκόρτσο; 
Ζούρα, (η) = Το κατακάθι στο λάδι και σε άλλα υγρά προϊόντα. Πολύ ζούρα έχ αυτό το λάδ κουμπάρε. 
Ζούφιος ή και Τζούφιος και Ζούφιο/Τζούφιο, (ο,η,το) = Ο άδειος, ο κούφιος, ο ανόητος, ο χαλασμένος, ο στείρος, το άδειο, το κούφιο. Μωρή Μυγδάλω ο άνδρασ ζούφιος είνι; Όλες οι κοκόσιες ήταν κούφιες/τσούφιες. 
Ζουρλός = Ο τρελός. Πάει ζουρλάθκε ο Γιορς και πάει στα ξένα να μορφώσ στο Χάρβατ τς αμερικάνς. 
Ζωνάρια, (τα) = Οι γενεές. Αυτή η έχθρα κρατάει πολλά ζωνάρια πίσω.
Ζωνάρ, (το) = Η ζώνη. Πρόκειται για πλατιά λωρίδα συνήθως από ύφασμα, με την οποία περιζώνεται η μέση και έτσι συγκρατείται το κάτω από τη μέση ρούχο.
Ζωνάρω, (η) = Η γίδα που είναι μαυρόασπρη στην κοιλιά.
Ζωντανό, (το) = Το οικόσιτο ζώο και μεταφορικά ο άνθρωπος χωρίς τρόπους, ο αγροίκος, ο αγενής.
Η 
Ήβρα = Βρήκα. Αόριστος του ρήματος βρίσκω. Που τον ήβρες μωρή αυτόν τον σιαφλακωμένο;
Ηδώγια, (επίρρημα) = Εδώ ακριβώς. Που μωρή θα κτίεις σπίτ; Ηδώγια.
Ήρτα και ήρθα =  Αόριστος του ρήματος έρχομαι, έφθασα. Το πρωί πήγα στα Γιάννα και κατόπ ήρτα στο πανηύρ.
Θ
Θα Λάρθω = Μέλλοντας του ρήματος έρχομαι. Ω Κωστάκ, θα λάρθεις σπίτ ή θα ξημερωθείς κεί κάτ; Μη φωνάεις.Θα λάρθω.
Θα σου μπάσω μια, (έκφραση) = Θα σου ρίξω μία σφαλιάρα, γροθιά κλπ. Έκφραση απειλής.
Θαμπώνω, (ει) = Θολώνω, βραδιάζει, (νυχτώνει). Θάμπωσε το γυαλί της λάμπας. Θάμπωσε μωρή, που θα πας τέτοια ώρα; Θα σε φάν οι σεϊταναρέοι.
Θάμπωμα, (το) = Το σούρωπο, η ώρα που αρχίζει να νυχτώνει. Με το θάμπωμα βγήκε ο Γιορς για καρτέρ να βαρέσ κανά λαγό. 
Θαραπεύομαι = Ικανοποιούμαι, ευχαριστιέμαι από κάτι υλικό όπως: φαγητό, ποτό, γλυκό αλλά και μεγάλη ψυχική ικανοποίηση από κάποια απόφαση ή συμφορά σε βάρος κάποιου μισητού εχθρού. Θαραπαύκα φαϊ στο γάμο του Κωστάκ’. Τούρξαν 20 χρόνια φυλακή του Γιορ κι θαραπαύκε η ψυχήμ.
Θειάκο, (η) = Η θεία. Ω θειάκο, έχς καμιά κοκόσια; 
Θλί, (το) = Συνήθως αναφέρεται σε ένα κομμάτι της πίτας. Ω μάνα, δόμου ένα θλί πίτα, πεινάω.
Θέρμες, (οι)= Πυρετός που αναφέρεται κυρίως στις περιπτώσεις της ελονοσίας και που συνοδεύεται με ρίγη. Μια φορά ήμουν δεν ήμουν δέκα χρονών είχαμε πάει με τον πατέρα μου στο σπίτι ενός συγγενούς μας σε διπλανό χωριό και κοιμηθήκαμε εκεί. Το βράδυ τον μπάρμπα μου, όπως είπε το πρωί η θεια, τον είχανε πιάσει οι θέρμες. Εκεί πρωτάκουσα τη λέξη αυτή. Η λέξη πάντως αναφέρεται στην περίπτωση των πασχόντων από ελονοσία. 
Θερτής, (ο) = Ο Ιούνιος. 
Θηάμα, (το) = Το θαύμα, η μεγάλη έκπληξη. Ωρέ τη θηάμα ήταν τούτο. 
Θηαμένομαι = Απορώ, εκπλήσσομαι, θαυμάζω. Θηάμαξα ωρέ, το κοπάδσ. 
Θημωνιά, (η) = Η τοποθέτηση των δεματιών από τα σιτηρά σε διάταξη κύκλου. Η τοποθέτηση των ξύλων για το τζάκι το ένα πάνω στο άλλο κατά μήκος. 
Θκάρ, (το) = Η θήκη.
Θκόμου, θκόσου, θκότου = Κτητική Αντωνυμία: δικό μου, δικό σου, δικό του. Θκότου μωρή είνι το πδί ή θκόσου;
Θλιά = Η θηλιά. Έφτιακε μια θλιά στο πουρνάρ κι κρεμάσκε. 
Θράκα, (η) = Τα αναμμένα κάρβουνα. Ρίξτ μωρή τη μαντάρα (Μακρολεπιώτα η ψηλή ) στη θράκα να ψηθεί.
Θρασίμ, (το) = Αυτό που έχει θράσος.Α αυτό δεν είν’ πδί. Είν θρασίμ. 
Θρίψα, (η) = Η παπάρα, δηλαδή ψωμί τριμμένο στο γάλα ή στη φασουλάδα και γενικά στις σούπες. Μωρή Κατέρω, θρίψα τόκανες το φαΐ. 
Θύμωμα, (το) = Σημείο του σώματος που έχει πρηστεί και ίσως έχει μαζέψει πύον, η φλεγμονή.
Ι 
Ικεία = Εκεί. Πούν το καπίστρ ωρέ ζαγάρ; Ικεία!
Ίμουνα, ίσουνα, ίτανε (ρήμα) = Παρατατικός του ρήματος είμαι. Ενικός αριθμός. Που ίσουνα ψες ωρέ ζαγάρ; Ψες ίμουνα καρτέρ για μπικάτσες, ίτανε αντάμα κι ο Γιορς.
Ιξ και ξερός, (έκφραση) = Χρησιμοποιείται στην περίπτωση που υπάρχει αμηχανία στο συνομιλητή μας και δεν μπορεί να μας απαντήσει σε μεταξύ μας διένεξη. Στην ιστοσελίδα:
http://www.projethomere.com/travaux/lexique_khiote_grec_francais.htm, που αναφέρεται στη Χιώτικη ντοπιολαλιά βρήκα την αντίστοιχη ερμηνεία: Άξυνος και ξερός= Nα γίνεις ξύλο και ξερό: "άξινος και ξερός", "αξ και ξερός" ...  "εξ και ξερός". 
Ίσια, (Επίρρημα) = Ευθεία, κατευθείαν, προχώρα ευθεία (προτροπή). 
Ισιακάτ, ισιαπάν, ισιαπέρα, (Επίρρημα) = που δηλώνει κατεύθυνση. Ευθεία μπροστά, ευθεία επάνω, ευθεία πέρα. 
Ίσκιωμα, (το) = Σημείο που δημιουργείται σκιά για προφύλαξη από τον ήλιο, ο πολύ αδύνατος και χλωμός άνθρωπος είτε από τη φύση του είτε από αρρώστια. Ωρέ σαν ίσκιωμα καντάτσε ο Γιορς. Μωρή Μυγδάλω; αυτό το ίσκιωμα θα πάρς για άντρα; Μερικές φορές το ίσκιωμα μετατρέπεται προφανώς από παραφθορά σε σκιώσμα! 
Ισκιώματα, (τα) = Πληθυντικός του ίσκιωμα, τα φαντάσματα. Άι Γιορ μην πας απέκ, θα σε φάν τα ισκιώματα, (σκιώσματα). 
Ιτς = Άκλιτο μόριο. Πρώτο συνθετικό διαφόρων εκφράσεων, όπως: Ιτσ τίποτα και ιτστίποτα δηλαδή κάτι παραπάνω από καθόλου. Επίσης χρησιμοποιείται και μόνο του: Έχς μωρέ κανένα φράγκο; Ιτς. Δηλαδή δεν έχω. Σημείωση: το σίγμα προφέρεται παχύ. 
Ιτς κρίσ= Έκφραση που σημαίνει: την σιωπή ιχθύος, όταν δεν απαντάει κάποιος σε μία παρατήρηση, μούγκα στην στρούγκα, δεν αποκρίνεται. Έχς μωρή κανά χαμπέρ απτό Γιορ; Τι να σπω. Ίτς κρίσ. Τούπα τούπα του κερατά κιαν δεν τούπα αλλά αυτός; ίτς κρίσ.
 Κ 
Καβουρδιστήρ, (το), συνώνυμο Ψήστης (ο) = Τσίγκινο εργαλείο με το οποίο, καβούρδιζαν τους σπόρους του καφέ στη φωτιά πριν τους αλέσουν. Αποτελούνταν από μια μακριά λεπτή σιδερένα ράβδο με λαβή, η οποία διέρχονταν από έναν κύλιδρο με πορτάκι όπου έμπαιναν οι σπόροι. Το καβουρδιστήρι χρησιμοποιούνταν και για την παρασκευή ποπ κορν ή παπαδίτσες κατά την ελαφιώτικη ντοπιολαλιά.  
Kαζάντια, (η) = Το αποτέλεσμα της εργασίας κάποιου εκφραζόμενο κυρίως σε χρήμα. Τι καζάντια έκανε ο Γιορς στη ξενετιά; Ένα ζβίγκο με χερούλ.
Καζαντίζω = Κάνω προκοπή.
Καζμάς, (ο) = Η σκαμπάνη.
Καθάριο, (το) = Το ψωμί από στάρι. Προπολεμικά αλλά και στη  μετεμφυλιακή εποχή και πριν αρχίσει η μετανάστευση, σπέρναμε στα χωράφια μας καλαμπόκι και σιτάρι για το ψωμί της χρονιάς. Και οι οικογένειες έφτιαχναν ψωμί μια φορά καθάριο (σταρένιο), μια φορά καλαμποκίσιο ή αλλιώς μπομπότα αν ήταν με προζύμι ή κουλούρα αν ήταν χωρίς προζύμι άζυμο δηλαδή. Κάποιοι έσπερναν και βρίζα και έφτιαχναν ψωμί από βρίζα. Η βρίζα είναι το δημητριακό Triticum dicoccum, το οποίο οι αρχαίοι το αποκαλούσαν ζέα. Το βρίζινο ψωμί είναι το πιο θρεπτικότερο και υγεινότερο από όλα τα δημητριακά, (μάλλον δεν είναι αλήθεια). 
Καίπε (επίρρημα) = Έπειτα, μετά.
Κατσιό (επίρρημα) = Η αργία απτή δουλειά και μεταφορικά το τεμπελίκι.
Κακάβ, (το) =  H μεγάλη κατσαρόλα.Τόφαε όλο το κακάβο Γιορς. 
Κάκω, (η) = Η θειάκο. Ω Κάκω, δόμου καμιά κοκόσια! 
Καλάι, (το) = Ο κασσίτερος. 
Καλαμιά, (η) = Η καλαμποκιά. Το τμήμα της  καλαμποκιάς από τον καρπό και πάνω κόβονταν λίγο πριν την ωρίμανση του καρπού και χρησιμοποιούνταν για τροφή των μουλαριών, αλόγων και αγελάδων. Τι θα ταΐσς Γιορ τα μπλάρια; Καλαμιά μάτιαμ.
Καλαντζής, (ο) = Ο γανωματής. Αυτός που γανώνει τα κακάβια και τα άλλα ειδήσματα.
Καλέσια, (η): Το άσπρο πρόβατο άσπρο με μαύρα στίγματα  στο πρόσωπο και μαύρους κύκλους γύρω από στα μάτια.
Καλιβοστήρ, (το) = Το ειδικό σφυρί για το καλίβωμα των μουλαριών, γομαριών και αλόγων.
Καλιβούτσια, (τα) = Μικρά σπιτάκια, ασήμαντα κτίσματα. Ωρέ Γιορ τι καλιβούτσια έφτιακες εκεί κάτ;
Καλί(β)γωμα, (το) = Το πετάλωμα των μουλαριών, γαϊδάρων και αλόγων.
Καλι(β)γώνω = Πεταλώνω. 
Καλογρίτσα, (η) = Ο γυρίνος.
Καλούδια, (τα) : Τα δώρα που φέρνουν στα παιδιά από την πόλη ή το ταξίδι. Ω πατέρα μούφερες καλούδια. 
Καλυβούτσ, (το) = Μικρό καλυβάκι. Ωρέ Γιορ, εσύ δεν έφτιακες σπίτ, καλυβούτσ έφτιακες. 
Καματερή, (η) = Η καθημερινή ημέρα, η εργάσιμη.
Καμπλάφ, (το) = Το καλυμμαύχιο. Ω παπά, βγάλ το καμπλάφ σου. 
Καμπρολάχανο, (το) = Το λάχανο, η μάπα. Προφανώς προέρχεται από τη λέξη κάμβρη = το λάχανο που με τη λακκασουλιώτικη παραφθορά έγινε καμπρολάχανο. Είμασταν τρεις: εγώ, ο συγχωρεμένος ο Γιωργοπαναγιώτης και ο αδελφός του ο Μητσοπαναγιώτης και παίζαμε μπάλα στο δρόμο πάνω από τον κήπο της Θειας της Γιαννούλας. Κάθε τόσο πετάγαμε τη μπάλα στον κήπο και κόβαμε κι ένα καμπρολάχανο. Κάποιοι μας είδαν και το είπανε στο δάσκαλο. Την άλλη μέρα το απόγευμα, (τότε πηγαίναμαν και απόγευμα σχολείο), μας βγάζει ο δάσκαλος, ο συγχωρεμένος ο Κώστας ο Παπαγγέλης, και τους τρεις στον πίνακα και απευθυνόμενος στους άλλους μαθητές είπε τους εξής στίχους: "Νύχτα λαγός εβγήκε, λαχανόκηπο ευρήκε, κι αρχίζει, την κοιλιά του να γεμίζει" και ταυτοχρόνως με την κρανένια βίτσα περιποιήθηκε δεόντως τις γάμπες μας. 
Κανίστρι, (το) = Πλεκτό καλάθι στο οποίο τοποθετούν το σιτάρι των μνημόσυνων αλλά προφανώς η χρήση δεν προορίζονταν μόνο για τα μνημόσυνα.
Κανούτα, (η) : Η γίδα με σταχτοκίτρινο τρίχωμα 
Καντάρ, (το) αλλά και στατέρ, (το) = Μονάδα βάρος ίση με 44 οκάδες (56,408 κιλά) αλλά και ιδιόμορφη ζυγαριά κατασκευασμένη από μπρούτζο που ζύγιζε σε οκάδες (βλέπε φώτο). Για το ζύγισμα, αν ήταν βαρύ το αντικείμενο απαιτούσε δύο ανθρώπους για το ζύγισμα και ένα γερό παλούκι στο οποίο τοποθετούσαν το άγκιστρο του κανταριού και με δύο γάντζους «έπιαναν» το αντικείμενο για ζύγισμα, (βλέπε εικόνα).
Κανταριάζω = Ζυγίζω με το καντάρι αλλά και φέρνω κάτι στα ίσια. 
Κανίσκι, (το) = Διάφορα εδέσματα που μεταφέρουν μαζί τους οι καλεσμένοι σε κάποιον γάμο, (τηγανίτες, πίτες, καρύδια, τσίπουρο ή κούμπαρο, τυριά κλπ).
Καπίστρι, (το) = Eξάρτημα από ιμάντες που φοριέται στο κεφάλι του αλόγου, του μουλαριού και του γαϊδάρου. Παρόμοιο αντικείμενο ελέγχου με το χαλινάρι με τη διαφορά, ότι δεν περνάει στο στόμα του ζώου. 
Καπιστρώνω = Βάζω το καπίστρι στο μουλάρι κλπ. Ω Κωστάκ, πιάσ μωρέ το καπίστρ απτό μουλάρ. 
Καπούλια, (τα) = Το πίσω μέρος των αλόγων, γαϊδουριών και μουλαριών. Πολλές φορές, όταν το ζώο ήταν φορτωμένο μπαίναμε καβάλα στα καπούλια.
Καραμελωτή, (η) = Κουβέρτα φτιαγμένη στον αργαλειό με ρίγες σε όλο το μήκος της. Χρησιμοποιείται και ντιβανοσκέπασμα.
Καρδάρα, (η) = Ξύλινο δοχείο για το άρμεγμα των αιγοπροβάτων.
Καρίκ, (το) = Τύπος καρπών. Ο Χέδρωπας ή λοβός. Αναφέρεται στο εξωτερικό περίβλημα των καρπών της κουτσουπιάς, των κουκιών, το αρακά, της φασολιάς και γενικά σε αυτά που καρπός τους έχει αυτήν τη μορφή.
Καρκαλέτσ, (το) = Ο κοκκύτης. Παιδική ασθένεια. Τι έχ μωρή το πδί κι βήχ έτσ; Καρκαλέτσ τόπιακε. Τάιστο μωρή γάλα από γομάρα για να γιάν. 
Καρκαλιέμαι αλλά συνήθως Καρκαλιέται / καρκαλιόνται/ καρκαλιούνται σε τρίτο πρόσωπο. Το κακάρισμα της κότας είτε όταν γεννούν τα αυγά είτε από το φόβο κάποιας αλεπούς , γερακιού και λοιπών εχθρών της.
 Κάρνα, (τα) = Τα κάρβουνα. Υποψήφιος Δήμαρχος Ιωαννιτών σε προεκλογικό του λόγο στην Καλούτσιανη, (συνοικία της πόλης όπου είχε γύφτους που έφτιαχναν τα λεγόμενα γυφτοκάρβουνα), τους έλεγε: Δεν είστε μαύροι γεννητάτοι αλλά είστε μαύροι απτόν ήλιο και τα κάρνα. 
Καρούτα, (η)  = Η ποτίστρα για τα ζώα.
Καρσέλα, (η) = Ειδικό έπιπλο που έβαζαν τα ρούχα τους. Δεν υπήρχαν ντουλάπες. Κάθε καλή νύφη θα έφερνε και την καρσέλα της για προικιό. 
Καρτεράω = Περιμένω. Τι καρτεράς μωρή κεί κάτ; Καρτεράω τον Κωστάκ απτήν Ανθήνα. 
Καρτέρ, (το) = Περιμένω κάπου κρυμμένος είτε για κάποιο θήραμα είτε για να συλλάβω κάποιον.
Καρυά, (η) = Η καρυδιά. 
Κασάρα, (η) = Ιδιόμορφο εργαλείο κοπής κλαδιών, ξύλων για το φούρνο ή το τζάκι και γενικά για την καθημερινή χρήση στις αγροτικές δουλειές. Ο Γιορ, πάρ την κασάρα για κλαρί.
Καστραβέτς (το) = Το αγγούρι. Έχω κάτ καστραβέτσια εφέτος άλλο πράμα.
Καταής και καταΐ = Επίρρημα. Καταγής. Χάμω, κάτω στο έδαφος, στη γη. Τον έριξα καταής. Από τις λέξεις κατά + γη.  
Καταντίπ = Ντιπ για ντιπ, όλως διόλου. 
Κατόπι, (επίρρημα) = Μετά, ύστερα. Και κατόπι θα πάω στα Γιάννα (Γιάννινα). 
Κατράω = Ουρώ 
Κατρουτσιά, (η) = Το φυτό Ρούσκος, (Ruscus aculeatus) ή Λαγομηλιά. Όταν τα μεγάλα ζώα είχαν πρόβλημα με την κατακράτηση των ούρων τους, έβραζαν τις ρίζες του φυτού και αφού το έπινε το ζώο μπορούσε να ουρήσει. Το φυτό χρησιμοποιείται στη φαρμακευτική και στα καλλυντικά ακόμη και σήμερα. Έχει χαρακτηριστικούς κόκκινους καρπούς με άσπρους πυρήνες.  Χρησιμοποιείται και ως διακοσμητικό γκι τα Χριστούγεννα. Επίσης χαρακτηριστικό στο φυτό είναι τα φύλλα που δεν είναι φύλλα αλλά παράφυλλα. Μετατροπή των κλαδιών σε φύλλα. 
Κατσιούλα, (η) = Η κουκούλα. Πάρτη ζιάκα μωρή για κατσιούλα.
Κατσιουλώνομαι = Σκεπάζομαι
Καφοκούτ,  (το) = Κουτί που βάζουμε τον καφέ.
Κάψω (πρόθεμα) = Ο καημένος, η καημένη, ο καψερός/η. Πρόθεμα μπροστά σε κύρια  ονόματα ανθρώπων και δηλώνει συμπόνια επειδή τους συνέβη κάτι σοβαρό. Η κάψω-Γιώργαινα, έχασε το σπιτάκι της απτή φωτιά. 
Kατώι, (το) = Το υπόγειο του σπιτιού.
Κατώφλ, (το) = Το κάτω μέρος της πόρτας εισόδου στο σπίτι.
Κβάρ, (το) = Το κουβάρι. Μαζεύκε κβάρ το καπίστρ.
Κεροπάνα, (η) = Πανί (χασές) βουτηγμένο σε λιωμένο γνήσιο κερί και μετά  χρησιμοποιείται για καθάρισμα των αυτιών. Πρακτική για ωτίτιδες και γενικά πόνους στα αυτιά. Σήμερα στα φαρμακεία πουλάνε τυποποιημένες κηροπάνες. 
Κιάφ, (η)/(Τσιάφ), (η) = Το στοιχείο θείο, (S). Τη ρίχνουμε στα κλημάτα για προστασία.
Κιάφισμα, (το) = Το ράντισμα των κλημάτων με θείο.
Κιοτής, (η) = Ο δειλός, αυτός που δεν έχει θάρρος.
Κιοτεύω, (ρήμα) = Δειλιάζω. Κιότεψε ο Γιορς.
Κιρκίρ, (το) = Το τριζόνι, (Acheta domesticus;).
Κιχ = Η τσιμουδιά, η σιωπή, ο σκασμός. Μη βγάλς κιχ.
Κλαπατσίγκανα, (τα) = Τα μουσικά όργανα. 
Κλάρα, (η) = Το κλαδί. Ω Γιορ, κόψε ωρέ μια κλάρα για την Κανούτα. 
Κλαρί, (το) = Παραπάνω από μία κλάρα, το κόψιμο κλαρών. Ω Γιορ που πας; Πάω να κόψω κλαρί για τις γίδες.
Κλείτσιος, (ο) = Άγκιστρο ξύλινο ή μεταλλικό. 
Κλιτσνάρ, (το): Το πόδι και ιδίως το αδύνατο και μακρύ πόδι. Άι μάστα τα κλιτσινάριασ.
Κλούρα, (η) = Το άζυμο ψωμί από καλαμποκάλευρο, λεπτομέρειες για την παρασκευή του στο λήμμα Νεβατό.
Κοζιάκι, (το) ή και Κόζιακας (ο) = Ονομασία της μπλε μάργας, όταν είναι σκληρή δηλαδή δεν έχει υποστεί τις συνέπειες των εξωγενών κλιματικών παραγόντων για να μετατραπεί στη λεγόμενη ρίπα, η οποία είναι εύθρυπτη.
Κόθρος, (ο ) = Το γύρω γύρω  από το ψωμί ή την πίτα που ψήνεται σε ταψί δηλαδή σε στρόγγυλο αντικείμενο. 
Κοκονίτσα, (άκλιτη λέξη) = Τρόπος καθίσματος με τα γόνατα λυγισμένα αλλά όχι οκλαδόν. Σαν να καθόμαστε σε αόρατο κουτσιούμπι, (βλέπε λέξη), δηλαδή το οπίσθιο τμήμα του σώματος είναι στον αέρα και σχηματίζει ορθή γωνία με τα γόνατα.
Κοκορέτσος, (ο) = Η κοκκορεβυθιά, η άγρια φυστικιά, (Πιστάκια η τερέβινθος - Pistacia terebinthus), η οποία συγγενεύει με την Pistacia vera δηλαδή τη φυστικιά Αιγίνης.
Κοκόσια, (η) = Το καρύδι. Ω βάβω, δόμου μια κοκόσια. 
Κοκοσιούλα, (η) = Είδος λουλουδιού, (Καμπανούλα), με φαγώσιμο βολβό.  
Κολιός, (ο) = Ο Νικόλαος. Γνωστοί χωριανοί με αυτό το χαϊδευτικό ήταν: Ο Κολιοβγένης (Παντούλας), ο Κολιοτσάμης, (Ράπτης) και ο Κολιολάμπρος, (Τσάλλος). 
Κολλάω = Σκαρφαλώνω. Κολλάω στο δέντρο, κολλάω στην ταράτσα, κολλάω στην σκάλα. Άντε Κωστάκ, κόλλα στη σκαμνιά να φας σκάμνα. 
Κοματσιούλ, (το) = Το μικρό σε μέγεθος.
Κονταρίτσα, (η) = Ειδική λεπτή βελόνα για κέντημα.
Κόπανος, (ο) = Ξύλινη κατασκευή για το κοπάνισμα των ρούχων αλλά και για το ξεσπύρισμα του καλαμποκιού ή της ρίγανης από τους βλαστούς. Μεταφορικά ο άνθρωπος που δεν καταλαβαίνει, δεν παίρνει από λόγια, ο αμαθής. Είσαι ντιπ για ντιπ κόπανος.
Κόπτσας, (ο) = Ο σκώρος. 
Κόπτσα, (η) = Θηλυκωτήρας   
Κορίτες, (οι) = Ειδικά διαμορφωμένες στενόμακρες κατασκευές είτε από ξύλο είτε από μεταλλικό υλικό είτε από στις οποίες τοποθετούν τροφή για τα ζώα ή και νερό. 
Κορκάρ, (το) = Οι βολβοί των κρεμμυδιών που είναι για μεταφύτευση.
Κόρφος, (ο) = Ο χώρος που περικλείεται από τα χέρια και το στήθος του ανθρώπου. Στη λέξη αυτή έχουμε μετατροπή συμφώνου σε σύμφωνο του λάμδα  σε ρο. Κόρφος αντί κόλπος. Κακό φίδ φύλαε στον κόρφο του.
Κόρτος, (ο) = Σκαλισμένη σε ξύλο ή πέτρα γούβα όπως έβαζαν το φαΐ ή και το νερό του σκύλου.
Κορτόσκυλο, (το) = Περιφρονητική έκφραση για κάποιον άνθρωπο βρωμιάρη, παλιάνθρωπο από το δοχείο του σκύλου τον κόρτο. Δηλαδή κάτι  αντίστοιχο της λέξης «το καθίκι» δηλαδή του «δοχείου νυχτός» που μεταφορικά σημαίνει επίσης το βρωμιάρη άνθρωπο από ηθικής πλευράς.
Κόσα, (η) = Η γυναικεία πλεξίδα. Όλες οι παλιές γυναίκες του χωριού έπλεκαν τα μαλλιά τους σε κόσες. Κατά τον Αραβαντινό προέρχεται εκ της λέξεως "κόσυμβος", η οποία λέξη επιδέχεται περισσότερες ερμηνείες ως προς τη μορφή της, βλέπε: http://www.hellenicpantheon.gr/Lex-Ko.htm. 
Κοσεύω = Τρέχω να προλάβω κάτι. Ω Κωστάκ, κόσεψε να πιάκς το μπλάρ. Φεύγ που λέτε η κανούτα από το κοπάδ και κόσιεψε ο Κωστάκς κι την έπιακε στην πατουλιά.   
Κοσή,  (επίρρημα) = Τρέχοντας. Το σίγμα παχύ. 
Κόσσα, (η) = Πρόκειται για ένα είδος δρεπανιού για την κοπή των άγριων χόρτων, του τριφυλλιού, του βίκου ή και άλλων χρήσιμων χόρτων. Αποτελείται από ένα ίσιο ξύλο μήκους 1,80 έως 2,00 μέτρα, συνήθως από κέδρο και στην μία του άκρη συνδέεται μία ατσάλινη λεπίδα ελαφρώς γυρισμένη και κοφτερή. Το χάρο συνήθως τον εμφανίζουν με την αντίστοιχη κόσα. Η κοπή των χόρτων γίνεται με σταθερές κινήσεις μπρος - πίσω λίγο πάνω από το χώμα.  Πιθανόν λέξη σλάβικης προέλευσης.   
Κοστέκια, (τα) = Ποδοπέδες ή αλυσόδεσμοι για τα μουλάρια και τα άλογα για να μην απομακρύνονται και γενικώς να εμποδίζεται η κίνησή τους. Πρόκειται για μεταλλικό εξάρτημα ανάλογο με τις χειροπέδες. Τα κοστέκια αποτελούνταν από δύο κρίκους που θηλυκώνονταν στα μπροστινά πόδια του ζώου, είχαν προστατευτικό κάλυμμα για να μην πληγώνονται και συνδέονταν με αλυσίδα μήκους περίπου 40 εκατοστών. Μερικές φορές χρησιμοποιούσαν σχοινί αντί για κοστέκια. 
Κοτάω = Είμαι θαρραλέος, τολμώ. Αν κοτάς έλα σιακάτ κι θα σε φτιάκω εγώ. 
Κοτζιά και Γκοτζιά, (επίρρημα) = Αρκετά μεγάλο. Έγινε ο Γιορς κοτζιά.
Κότσιαλο, (το) = Το στέλεχος του καλαμποκιού, που απομένει, όταν αφαιρέσουμε τα σπυριά. 
Κουλιάστρα, (η) = Το πρωτόγαλο των πρώτων ωρών και ημερών των αιγοπροβάτων και των αγελάδων που είναι πηχτό και είναι η σχεδόν η μόνη οδός για την απόκτηση της παθητικής ανοσίας που τους χρειάζεται για την βιωσιμότητα τους (τα μηρυκαστικά γεννιούνται χωρίς καμία μητρική ανοσία).  (στα λατινικά Colostrum και στα αρχαία ελληνικά πύαρ). Το πρωτόγαλο αποτελεί πλούσια πηγή πρωτεϊνών υψηλής βιολογικής αξίας (46.7%), υδατανθράκων (27.2%) και λιγότερο λίπος (18%).
Κούμπλα, (τα) = Τα κορόμηλα. 
Κουμπλιά, (η) = Η κορομηλιά. 
Κουμπλίτσα και γκουμπλίτσα,  ) = Ξύλινο δοχείο για το γάλα, ανάλογη της καρδάρας αλλά μικρότερη σε μέγεθος.
Κουμπουκλίτσ, (το) = Εξάρτημα κάποιου μηχανισμού ή συσκευής αλλά και ένα φανταστικό εργαλείο, ένα κουμπί που λύνει όλα τα ζητήματα. Ο Γιορς έχει το κουμποκλίτσ για να λύσ’ όλα τα προβλήματα.   
Κουρέλω, (η): Η κατσίκα με δύο τριχωτά κρεατάκια που κρέμονται στο λαιμό. 
Κουρκούτ, (το) = Χυλός που παρασκευάζεται με βραστό νερό και αλεύρι, όχι για τηγάνισμα αλλά ως φαγητό. Βάζουμε το ανάλογο νερό στην κατσαρόλα να βράσει μέχρι να χοχλάξει, αλατίζουμε και εν συνεχεία ρίχνουμε σιγά σιγά το αλεύρι το ανακτεύουμε για να μη σβολιάσει μέχρι να γίνει χυλός.
Κουρκουσλίκια , (τα) = Τα διάφορα κακόβουλα κουτσομπολιά.
Κούρνα,  (η) = Το κοτέτσι.
Κουρνιάζω = Κοιμάμαι στο κοτέτσι. Αναφέρεται στις κότες. Ω Κωστάκ. Κλείσ μωρέ το κοτέτσ. Κούρνιαξαν οι κότες.
Κούσιαλο, (το) = Το σαράβαλο γερόντιο, αντίθετο του κοτσονάτου γέρου.
Κουτουρού = Χωρίς υπολογισμό, στα χαμένα. 
Κούτρα, (η) = Το κεφάλι. Ορέ Γιορ. Τι κουβαλάει η κούτρς; Η τοποθεσία του χωριού "Κούτρου" φαίνεται να προέρχεται τη λέξη «κούτρα» = κεφάλι και αυτή με τη σειρά της από το λατινικό scutra. Συνεπώς το χωριό μάλλον θα είχε την ονομασία «Κούτρα» αλλά σήμερα για τη συγκεκριμένη τοποθεσία εκφραζόμαστε ως τοπικό επίρρημα: «Στου Κούτρου».Πόχεις τα χωράφιασ Γιορ; Στου Κούτρ. 
Κούτσκιος, (ο,η,το) = Ο μικρόσωμος,ο μικρούλης, η μικρούλα, το μικρούλι. Μην το βαράς ορέ το πδι, είναι κούτσκο. Γνωστός παπάς και ο Παπακούτσκος.
Κουτσιούμπ, (το) = Το σκαμνί. Μικρό κάθισμα. 
Κουτσιούμπια, (τα) = Αναφέρεται για τα αδέξια χέρια κάποιου είτε από ανικανότητα είτε από κάποια ασθένεια π.χ. αρθριτικά, είτε από το κρύο είτε από οποιαδήποτε αιτία. Δεν τουπιάν τα χέριατ, τάχ κουτσούμπια. Γίγκαν τα χέριαμ κουτσούμπια απτόν πάγο.
Κουφοχιά, (η) = Είδος οχιάς, η vipera ursinii, (η οχιά των λιβαδιών), η οποία δεν έχει το κερατάκι στο ρύγχος, είναι κοντόχοντρη και προειδοποιεί με σφύριγμα. 
Κρατσιανάω = Ροκανίζω με θόρυβο ή το φαγητό που τρώω είναι τραγανό και κρατσιανάει.
Κρεβατίνα, (η) = Η κληματαριά.
Κρεματζουλιέμαι = Κρεμιέμαι από κάπου. Εμείς ως μικρά παιδιά περιμέναμε σε κάποια στροφή τα φορτηγά που περνούσαν για να κρεματζουληθούμε. Τρεις φορές κρεματζουλήθκα σήμερα. 
Κρεμαστιά ή Κρεμαστάλα, (η) = Μέσα στο τζάκι κρέμεται μια αλυσίδα με έναν γάντζο για να κρεμούν τις κατσαρόλες οι γυναίκες όταν μαγείρευαν στη φωτιά.
Κρένω = Αποκρίνομαι, μιλάω, απαντάω, φωνάζω. Τι κρένς; Γιατί δεν κρένς; Κρίν στον Γιορ νάρθει σιακάτ. 
Κριάς και Κριγιάς (το) = Το κρέας.
Κρινί, (το) = Η κυψέλη για μελίσσια.
Κρυφοκούτ, (το) = Παιδικό παιχνίδι που παίζετε με ένα τενεκεδένιο κουτί.
Κυπρί, (το) = Κουδούνι από μπρούτζο με ιδιαίτερο μεταλλικό ήχο συνήθως στα μουλάρια και στα γίδια τα κρεμούσαν .
Κωλογιάννος, (ο) = Ο Κοκκινολαίμης, (Erithracus rubecula).
Κωλόκουρεμα, (το) = Το πρώιμο μερικό κούρεμα στον αυχένα, στην κοιλιά και στην ουρά του ζώου. Συνήθως γίνεται στο τέλος του Μάρτη με αρχές Απρίλη.
Κωλοσούσα, (η) = Η Σουσουράδα, (Motacilla flava feldegg). 
Κωλοφωτιά, (η) = Η πυγολαμπίδα. Πρόκειται για ένα έντομο - κολεόπτερο
που έχει την ικανότητα το αρσενικό να παράγει φως με βιολογικό τρόπο.
Λ
Λαγαρίζω = Καθαρίζω, εξοντώνω, καθαρίζω για λογαριασμό άλλου. Τη λαγάρσε την κληρονομιά. Ο Γιορς τον λαγάρσε τον Φούσκα (αλλά δυστυχώς και το λαό). Λαγάρσε  ο δικηόρος τον μπαταξή. Λάγαρσε το νερό, (ήταν θολό και έγινε διαυγές).
Λαγαρός, (επίθετο) = Ο καθαρός. Γώ είμαι λαγαρός μια βολά. Την έβγαλε λαγαρή.
Λάγιος, (ο,η,το,) = Ο μαύρος, συνήθως αναφέρεται στο μαύρο πρόβατο. «Κλέβει» ένας χωριανός μου ένα λάγιο αρνί. Ρωτάνε την άλλη ημέρα τον ένα γιο του. Τι φάγατε χτες; Και η απάντηση: Λαγό λάγιο. 
Λαγγιόλι, (το) = Η δίπλα της φουστανέλας, η πτυχή. Πολλά λαγγιόλια είχ η φουστανέλα του Γιορ!
Λαγγόνι, (το) = Το σημείο πίσω απτό νεφρό.
Λαζαρούδια, (τα) = Οι κομπανίες των παιδιών την ημέρα του Λαζάρου που γυρνάνε τα σπίτια και λένε το Λάζαρο.
Λαήν, (το) = Αλουμινένια λεκάνη, συνώνυμο λιγένι.
Λαιμαριά, (η) = Εξάρτημα που χρησιμοποιούσαν οι γεωργοί για το όργωμα των χωραφιών. Η λαιμαργιά προστάτευε το λαιμό του μουλαριού ή του αλόγου, όταν τραβούσαν το άροτρο είτε κατά μόνας είτε ως ζευγάρι. Η λαιμαριά ήταν κατασκευασμένη από το εξωτερικό μέρος από δέρμα ενώ το εσωτερικό από μάλλινο ή βαμβακερό και γεμισμένη με άχυρο. Ο πατέρας μου όργωνε με μουλάρια όπως σχεδόν όλο το χωριό.  
Λακάω = Την κοπανάω, κόβω πέρα, διαφεύγω. Πήγα ψες το βράδ να κλέψω πεπόνια απτό μποστάν του Γιορ, με πέρν χαμπάρ το σκλί και λάκσα το λάκκο κάτ. 
Λάλα, (η) = Η κάμπια. Γέμσε το χωράφ λάλες.
Λαλάω = Μιλάω, παίζω κάποιο όργανο, μου έστριψε. Τι λαλάς ωρέ κεί πέρα, Λάλσες ωρέ Γιόρ; Λαλούν τα όργανα στο πανηύρ; 
Λαμπόγυαλο, (το) = Εξάρτημα της λάμπας πετρελαίου. Στο χωριό πριν το 1968 δεν είχαμε ρεύμα και στα σπίτια μας είχαμε γυάλινες λάμπες πετρελαίου που το ένα μέρος είχε το καθαρό πετρέλαιο με το μηχανισμό του φιτιλιού και στον οποίο μηχανισμό έμπαινε το λαμπόγυαλο, τα οποία ήταν διαφορετικού μεγέθους ανάλογα με τη λάμπα. Επίσης υπήρχε και  η χειρόλαμπα κατασκευασμένη από μπρούτζο χωρίς γυαλί. Τα μαγαζιά για να έχουν περισσότερο φως είχαν εκτός από τις λάμπες πετρελαίου και τα λουξ.
Λάπατο, (το) = Λάχανο κατάλληλο για λαχανοπίτες. Η ονομασία του είναι Ρούμεξ ο ξινός (Rumex acetosa). Στις λαχανόπιτες τα λάπατα αποτελούσαν το μεγαλύτερο τμήμα της ποικιλίας των χόρτων που χρησιμοποιούνταν.
Λιάζομαι =Εκθέτομαι στον ήλιο, κάνω ηλιοθεραπεία.
Λιάζω = Εκθέτω στον ήλιο κάτι για να ξεραθεί ή για να στεγνώσει.
Λιανόματα, (τα) = Τα μικρής αξίας κέρματα, τα λεγόμενα και ψιλά.
Λιάρος/α/ο/, (επίθετο) = Το έχων δύο η περισσότερα χρώματα ζώο ή πράγμα. Οι γονείς μας το Πάσχα μας αγόραζαν λιάρες λαμπάδες σε αντίθεση με τις δικές τους που ήταν ή άσπρες ή κοκκινωπές, αν είχε πένθος η οικογένεια. 
Λιάσα, (η) = Πόρτα πλεγμένη από κλαδιά, η ποριά, είσοδος σε περιφραγμένο χώρο συνήθως κήπο. 
Λιατσουράω = Κουνάω τα πόδια μέσα στο νερό. Πλατσουρίζω.
Λιγέν, (το) = Η μεταλλική λεκάνη. 
Λιγοστεύω  = Μειώνω κάτι. Λιγόστεψε ο νερό στου Νούσια. Τη λιγόστεψε τη σύνταξη ο Γιορς! Λιγόστεψαν οι μέρες ταντωνάκ.
Λιθάρ, (το) = Η πέτρα. Θα σου τραβήξω ένα λιθάρ που θάναι όλο δκός.
Λιμάω = πεινάω υπερβολικά. Λίμαξαν τα παιδιά στην κατοχή. Προφανώς από τη λέξη λιμός. 
Λίμπα, (η) = Η μεταλλική γαβάθα και μεταφορικά τα διαλύω όλα. Ω μάνα τι θα φάω; Κάν μια τρίψα γάλα στη λίμπα. Αυτός ο Γιορς τάκανε λίμπα, δεν άφκε τίποτα ορθό. 
Λιμπά, (τα) = Τα αρχίδια. 
Λιόκρ, (το) = Η ένωση της επάνω οδοντοστοιχίας με το χείλος. Αν πάθαινε κανένα παιδί χρυσή, του έκοβαν το λιόκρι. 
Λόγγος, (ο) = Το πολύ πυκνό, αδιαπέραστο δάσος μακκίας βλάστησης. Δεν περνάς απ΄τη Σιτινιά. Έγινε λόγγος. Φυσικά υπάρχει και το άσμα: Πάμε για ξύλα στο λόγγο μωρή Λέν και για χλωρό κλαρί. 
Λουμάκ, (το) = Τα τρυφερά κλαδιά ενός δέντρου.
Λούμπρη, (η) = Το νερό ανακατεμένο με χώμα αρκετά πηχτό αλλά όχι να χαρακτηριστεί λάσπη, συνήθως γκρι χρώμα δηλαδή ανάλογα με το χρώμα των χωμάτων της περιοχής. Σε μας η λούμπρη έχει το χρώμα της στάχτης. Όταν ψαρεύαμε στους λάκκους και αφού απομονώναμε για να μη εισρέει στη γούρα νερό, την αδειάζαμε και μετά ρίχναμε πέτρες, σχηματίζονταν λούμπρη και τα ψάρια ζαλίζονταν και τα πιάναμε.   
Λουρίτς, (το) = Ο Λαφιάτης, (Elaphe quatuorlineata). Μεγάλο φίδι χωρίς δηλητήριο με χαρακτηριστικές ραβδώσεις. Πολύ συχνά πηγαίνει στις φωλιές και καταπίνει τα αυγά.      
Λούτσα, (η) = Τεχνητή αβαθής δεξαμενή για να πίνουν τα ζώα νερό. 
Λούτσα, (επίρρημα) = Βρέχομαι ολοσχερώς. Έπιακε μια δυνατή βροχή και μέκανε λούτσα.
Λώβα, (η) = Η βρώμα. 
Λωβιάρα, (η) = Η παλιογύναικα από όλες τις απόψεις είτε ως νοικοκυρά είτε ως χαρακτήρας.  Ωρέ Γιορ; Αυτή έχς για γυναίκα; Ούι χαλασιάσ. 
Μ 
Μαγαρισμένος, (επίθετο) = Ο μολυσμένος, ο βρώμικος, ο αμαρτωλός, ο ανήθικος. Γιορ μη σιμώνς αυτουνούς, είναι μαγαρισμέν. Ούξου μαγαρισμένε.
Μαγαρισιά, (η) = Η βρωμιά, η ακαθαρσία.
Μαγκάνα, (η) = Γοερό κλάμα. Δυνατή φωνή που διαπερνάει τα αυτιά. Αμόλκε μια μαγκάνα ο Γιορς, τον άκσε όλο το Χωριό.
Μαγκανάω = Κλαίω γοερά, με διαπεραστική φωνή. Ω Κωστάκ, τι έπαθες κι μαγκανάς; Με δάγκσε ένας μπουτσουκάβουρας!
Μακεδονήσ, (το) = Ποικιλία του πετροσέλινου -μαϊντανού.
Μακελειό, (το) = Η μεγάλη καταστροφή, ο μεγάλος σκοτωμός, τραύματα σε πολλά σημεία του σώματος, ο μεγάλος καυγάς με τραυματίες. Έγινε μακελειό στο καφενείο του Γιορ.
Μακελεύομαι = Τραυματίζομαι άσχημα σε πολλά σημεία του σώματος. Έπεσα απτό δέντρο και μακελέφκα. 
Μαλέτσκο, (το) = Το μικρό παιδί, ο κοντοστούπης. Άι σιαπέρα μαλέτσκο μη σου ανάψω καμιά μουτζουφλιά και δεις τον ουρανό σφοντύλ. Η λέξη προέρχεται από το σλάβικο malý =μικρός. 
Μανίκι της κάπας, (έκφραση) = Αναφέρεται ειρωνικά στην περίπτωση που μεταξύ δύο ατόμων δεν υπάρχει κάποια συγγένεια. Τι τον έχς τον Γιορ μωρή Μυγδάλω; Μανίκι τσι κάπας. Η κάπα είναι μονοκόμματη σε σχήμα τσουβαλιού, δηλαδή αμάνικη, ανοιχτή μπροστά, μεταξύ των ώμων ραμμένη με κουκούλα. Κατασκευάζεται από μαλλί γιδιών και με ειδική κατεργασία γίνεται αδιάβροχη. Επομένως αφού η κάπα δεν έχει μανίκια άρα και ανυπαρξία συγγένειας.
Μάνταλο, (το) = Ξύλινο αντικείμενο που μπαίνει ως ασφάλεια πίσω από την πόρτα.
Μάντζαλο, (το) = Το φτηνιάρικο, το ασήμαντης αξίας αντικείμενο ή ρούχο.
Μαξούμ, (το) = Το μικρό παιδί. 
Μαρκάλος, (ο) = Η περίοδος οργασμού των αιγοπροβάτων. Ω Γιορ. Μαρκαλίσκαν μωρέ τα πράιτα ή όχ; 
Μαρμάγκα (η) = Η οποιαδήποτε αράχνη. Θα σε φάει η μαρμάγκα δηλαδή θα πάθεις κάτι σοβαρό.
Μαρτήτσια, (τα) = Την πρώτη Μαρτίου έβαζαν τα παιδιά ένα έγχρωμο σχοινένιο βραχιόλι για να μην τα πίασει ο ήλιος και μαυρίσουν. Αγνώστου προελέυσεως έθιμο.
Μαρμάρα, (η) = Η στείρα γυναίκα, προβατίνα κλπ.
Μασιά (η) = Μεταλλικό εργαλείο που χρησιμοποιείται στο τζάκι. Θα σου ανάψω μια με τη μασιά θα σπω εγώ. 
Μασίνα, (η) = Η στόφα. 
Μάστακας, (ο) ή και μαστάκι, (το) = Μεγάλη πράσινη ή καφέ ακρίδα, (Acrida ungarica). Από την αρχαία λέξη μάσταξ = αυτός που μασάει.  Βάζ' που λες στοίχημα ο αγροφύλακας ο Κώστα Λάζος ένα χιλιάρκο, στο μαγαζί του Σταύρου Βλάχου, αν θα φάει τον μάστακα ένας από την Άρδοση, (να μην γράφουμε ονόματα). Το αρπάζει τον μάστακα ο Αρδοσινός μια δυο κάτ ο μάστακας. Πάει το χιλιάρκο. 
Μαστραπάς, (ο) = Γυάλινη κανάτα πολλές φορές ζωγραφισμένη, που χρησιμοποιείται για να σερβίρει νερό. Ωρ νύφ. Πιασ μωρή το μαστραπά. 
Μάτα = Πρόθεμα ρημάτων που δηλώνει επανάληψη. Δεν ματαβγαίνω, θα ματάρθω, θα ματαπάω. 
Ματσια(ου)λάω = Μασάω δυνατά με θόρυβο. Τι ματσουλιάς ή  ματσαλιάς ωρέ Γιόρ; 
Ματζάτο, (το) = Συνήθως το ισόγειο του σπιτιού όπου υπήρχε το τζάκι και μαγείρευαν στη φωτιά, η τάβλα και τα σκαμνιά. Δηλαδή η κουζινοτραπεζαρία. 
Ματζακί, (το) = Χρώμα βαθύ μωβ.
Ματζαφλάρ, (το) = Γενικός χαρακτηρισμός αντικειμένου.Την τούτο το ματζαφλάρ; Μάστα τα ματζαφλάριασ. Επίσης υπονοεί και το όργανο του άντρα. Έχ ένα ματζαφλάρ ναααα. 
Ματσιουμάν, (το) = Ο ψευτόμαγκας, το αντράκι. Πιθανόν η λέξη να προέρχεται από τις αγγλικές λέξεις «man» και «much». Δεν αποκλείω και την πιθανότητα να είναι παράφραση ναυτικού όρου. Έλα δω ρε ματσιουμάν να σου δείξω εγώ πόσα απίδια παίρνει ο σάκος. 
Μαυλάω = Καλώ τα οικόσιτα ζώα για τάισμα. Για κάθε οικόσιτο χρησιμοποιείται διαφορετικό κάλεσμα. Αλλιώς μαυλάμε τις κότες και αλλιώς τα γίδια. Ω Μήτσιο, μαύλα μωρέ τις κότες να φαν το καλαμπόκ.
Μελισίτσα, (η) = Η παπαδίτσα το πουλί Καλόγερος, (Parus caeruleus).
Μηλιόρα (η) = Η δίχρονη προβατίνα. 
Μήνα  = Μήπως. «Μήνα σε γάμο ρίχνονται μήνα σε χαροκόπια».
Μήτς, (ο) = Ο Μήτσης, χαϊδευτικό του Δημήτρη. Γνωστός Μητς στο Χωριό ήταν ο Μητσγκέτς, ο πατέρας του Γιανγκέτς.
Μισιαβέτσκος, (το) = Δεν είναι σίγουρος για κάποια ενέργεια, συμμετοχή κλπ, ο αμφίβολος. Ω Γιορ! Μη χάνς το καιρόσ, δε μας ψηφάει ο Λευτέρς είναι μισιαβέτσκος.
Μισιακάρος, (ο) = Αυτός που αναλαμβάνει να καλλιεργήσει ένα χωράφι ή να φροντίσει τις ελιές ή ένα κοπάδι ζώα σε συμφωνία με κάποιον ιδιοκτήτη και παίρνουν την παραγωγή μισή μισή
Μισιακό, (το) = Κάτι που δόθηκε σε μισιακάρο. 
Μνήσκω = Διαμένω κάπου. Πού έμνησκες Κώτσιο στην Αθήνα; Έμνησκα στη Λευσίνα.
Μολέβω= Μολύνω. Μολέφκα απτή μουρτζιά. 
Μολογάω = Αφηγούμαι γεγονότα, πράξεις κλπ που συνέβησαν στο παρελθόν. Απλέτε βγήκε ο Γιορς κείπε: Λιφτά υπάρχν και μιτά μας πήραν κι το βρακί.  
Μολόημα, (το) =  Η αφήγηση κάποιων γεγονότων, πράξεων ακόμη και φράσεων που έμειναν στην ιστορία.
Μουμούδ, (το) = Μικρό σκαθαράκι που πιάνουν κυρίως τα όσπρια. Πέτατα μωρή τα φασούλια. Έπιακαν μουμούδ. 
Μουνούχ, (το) = Το ευνουχισμένο ζώο. Λέγεται και για τους ανθρώπους. Άστον αυτόν, είναι μουνούχι. Τα παλιά τα χρόνια τα μουνούχια τα έσφαζαν όταν είχαν καλεσμένους. Πολύ αργότερα στις μέρες μας επικράτησε ως επίσημο γεύμα ο τηγανιτός κόκορας σούπα με ρύζι αυγοκομμένη. Από το ημερολόγιο του Φώτο Τζαβέλα (Β. Κραψίτη, Μνήμες Σουλίου): «....και κομηθήκαμαν και μια βραδιά με τον Κολέτζη της Φώταινας στα Τζερίτζανα στο Διαμάντη Τόλα και ψήσαμαν 2 τραγιά και πουρνό επήγαμαν στη Λίπα και ανταμωθήκαμαν και με το Δήμο Δράκο και με το Κολιοδημητρό και μας έψησε και ένα τραγί ο Λέτζος (Αλέξη Στέφως)* και κάτζαμαν ως 10 ώρες απέ χωριστήκαμαν, (Γιος του Στέφου Στέφου ή Στέφα)*». Χαρακτηριστικό η μετατροπή  του συμφώνου σίγμα σε ζήτα.
Μούργκας, (ο) = Ο σκύλος με σκούρο χρώμα αλλά και άγριος.
Μουσιαμάς (ο) = Το αδιάβροχο.
Μόσκ, (το) = Το μοσχάρι. Ο αγράμματος, το ξύλο το απελέκητο, ο κοινωνικά αμόρφωτος. Ωρέ Γιόρ; Ντιπ μόσκ είσι. Δε βλέπς πούν τα λιφτά; Στην τσέπσου είνι. Ειδικά για τον άνθρωπο που ενώ έχει πάει σε άλλες χώρες και περιοχές εν τούτοις δεν άλλαξε καθόλου νοοτροπία και παρέμεινε απόλιτιστος. Μόσκ πήγε βόιδ γύρσε.
Μουσκέτο, (το) = Το φανάρι που βάζαμε το ψωμί και τα φαγηά για να μην πάνε οι μύγες.
Μούσκλα, (τα) = Βρύα που φύονται στα υγρά μέρη και στους κορμούς των δέντρων.   
Μουστερής, (ο) = Ο επισκέπτης.
Μούτ, (το) = Τα περιττώματα. Θα μφάς το μούτ, (αρβανίτικη λέξη).
Μουτάφ, (το) = Στρωσίδι φτιαγμένο από γίδινο μαλί. Όταν έδερναν κάποιον πολύ άσχημα, χρησιμοποιούσαν η φράση: Τον πήραν με το μουτάφ.   
Μουτεύω = Ξεπουπουλιάζω. Ω Κωστάκ θα μουτέψς την κότα ή όχ;
Μουτσουφλιά, (η) = Η μούτζα πάνω στο πρόσωπο κάποιου ή και στο δικό μας. Του τράβξα μια μουτσουφλιά πούταν όλ δικήτ.
Μούτος, (ο) = Ο μουγκός, ο άλαλος, αυτός που δεν έχει φωνή, ο βουβός. Για δεν μιλάς ωρέ; μούτος είσαι; Όλως περιέργως ανακαλύπτω, ότι οι Λακκασουλιώτες πολλές επαφές είχαν με τους ιγκλέζους. 
Μουτσιάρα, (η) = Μικρό έλος. 
Μούτσιος, (ο) = Παιχνίδι με κουμπιά. Εμείς οι νεότεροι το παίξαμε ελάχιστα σε σχέση με αυτούς που γεννήθηκαν τα πρώτα χρόνια της 10ετίας του Σαράντα, όπως ο Χριστόφορος Καμαρέτσος του Γρηγόρη και ο άλλος Χριστόφορος του Λάκη Καμαρέτσου, ο αδελφός μου Γιώργος, ο Κώστας της Λευτερίας και άλλοι. Εμείς οι νεότεροι είχαμε ως βασιλιά των παιχνιδιών το κρυφοκούτι. Οι πιο παλαιότεροι είχαν ως σημαντικότερο παιχνίδι τη σκλέτζα. 
Μπα(γ)κράτσι, (το) = Αλουμινένιο κατσαρολάκι με καπάκι που το χρησιμοποιούσαν για μεταφορά φαγητού. Σε άλλα χωριά πηγαίνανε με αυτό και στους γάμους. Δε γνωρίζω αν το έκαναν οι παλαιότεροι και στο δικό μας χωριό. Πάντως εμείς στο σπίτι μας το είχαμε δοχείο για το προζύμι.
Μπαζίνα, (η) = Φαγητό με πρώτη ύλη το καλαμποκάλευρο. Σε βραστό νερό ρίχνουμε το καλαμποκίσιο αλεύρι σιγά σιγά για να μη σβολιάσει και το ανακατεύουμε μέχρι να πήξει. Μετά στο τηγάνι βάζουμε το βούτυρο από γάλα προσθέτουμε ψιλοκομμένο κρεμμύδι και κόκκινο γλυκό πιπέρι και τα τσιγαρίζουμε μέχρι να πάρει το κρεμμύδι το ροδοκόκκινο χρώμα και αφού γίνει το ρίχνουμε στην κατσαρόλα και μετά το τοποθετούμε σ’ ένα ταψί, παίρνει το κάθε μέλος της οικογένειας από ένα κουτάλι και τρώει από το δικό του μέρος. Οι Ρουμάνοι το ανάλογο σκεύασμα το αποκαλούν μαμαλίγκα. 
Μπάζω = Φέρνω. Χρησιμοποιείται και απρόσωπο στο γ΄ ενικό = μπάζει. φέρνει ρεύμα αέρα ή κρύο. Ω Μήτσιο. Για κοίτα από πού μπάζ το κρύο; Επίσης χρησιμοποιείται και με την έννοια βάζω κάποιον στο οικογενειακό κύκλο, στο σπίτι, στον οποιοδήποτε στενό κύκλο ή ακόμη και στη δουλειά. Τον έμπασε στο σπίτι. Τον έμπασε στη δουλειά,  τον έμπασε στο κόλπο κλπ.
Μπαϊλίζω = Βρίσκομαι σε κατάσταση πλήρους ατονίας και αδυναμίας λόγω κούρασης, ζέστης ή άλλης αιτίας.
Μπαΐλσα = Συνήθως χρησιμοποιείται ως επίρρημα που δηλώνει κούραση, ατονία από διάφορες αιτίες όπως από τον ήλιο ή από το πολύ φαΐ αλλά και από άλλες αιτίες.
Μπάκακας, (ο) = O μεγάλος πράσινος βάτραχος, (ο Βάτραχος ο ελληνικός, Rana graeca).
Μπακακάκ, (το) = Έτσι αποκαλούμε το βάτραχο με την κίτρινη κοιλιά (Βομβίνα βομβίνα, Bombina bombina). Πρόκειται για ένα είδος που ανήκει στους λεγόμενους πυρρογάστορες βατράχους, το γένος βομβίνα (bombina). 
Μπάλα, (η) = Το μέτωπο. Ο Γιορς έχει λαγαρή την μπάλα. 
Μπάλα, (η) = Το δεμάτι σανού κατασκευασμένο με ειδικό παραλληλεπίπεδο ξύλινο αντικείμενο το λεγόμενο κασόνι ανοικτό το επάνω και το κάτω μέρος, στο οποίο τοποθετούσαμε σύρματα σταυρωτά και το γεμίζαμε με ξερό σανό. Σήμερα η εργασία γίνεται με ειδικά μηχανήματα. Μερικές φορές χρησιμοποιούσαν και κατάλληλο άνοιγμα στο έδαφος αντίστοιχο του κασονιού, όπου κατασκεύαζαν τις μπάλες
Μπάλα, (η) = Η πλευρά ενός σπιτιού.
Μπαλίκας, (ο) = Όνομα σκύλου που έχει άσπρο χρώμα στο στήθος. 
Μπάλιος, (ο) = Ο έχων άσπρο το κεφάλι. Ο ασπροκέφαλος, ο ασπρομάλλης.
Μπανταλομάρα, (η) = Η ανοησία, η χαζομάρα. Μην τον ακούς. Όλο μπανταλομάρες λέει.
Μπανταλός, (ο) = Ο βλάκας, ο χαζός. Ντιπ μπανταλό είσαι; 
Μπάρτζα, (η) = Η γίδα με ασπρόμαυρη μούρη. Από που τρως γάλα Πανούσια; Από την μπάρτζα. 
Μπάσ, (το) = Ξύλινο μακρύ παραλληλόγραμμο κάθισμα που χρησιμοποιούσαν κυρίως στα καφενεία αντί για καρέκλες. (Έχω την εντύπωση ότι μερικές φορές χρειάζονται και φωτογραφίες για να απαοδοθεί το νόημα). 
Μπαστί, (το)  = Το νόθο παιδί.
Μπατζαριό, (το) = Το τυροκομείο. 
Μπάτσος ή Μπάτσα, (ο/η) = Η σφαλιάρα με όλη την επιφάνεια της παλάμης, ο φούσκος. Θα σου τραβήξω ένα μπάτσο να είναι όλος δικός. Τον πλακώνω που λέτε στις μπάτσες, πάρ κι αυτή παρ κι τούτη τον έκανα μπλε μαρέ, (τόχουμε το γαλλικό μας).
Μπαχλατάω = Φλυαρώ δυνατά χωρίς λόγο, άσκοπα.
Μπέλ, (το) = Ειδικό εργαλείο για το σκάψιμο του κήπου με τη χρήση του ποδιού.
Μπιζέρσα = Χρήση επιρρήματος με την έννοια ότι κάποια ενέργεια, φαγητό, συνήθεια, τρόπο ζωής κλπ την χόρτασα και δεν με ικανοποιεί πλέον, την βαρέθηκα, μου έχει φτάσει ως το λαιμό και με πνίγει κλπ. Μπιζέρσα την μπομπότα. Μπιζέρσα την ξενιτιά κλπ κλπ. «Μπεζέρισα να περπατώ στου κάμπου τα λιοβόρια. Θέλω τ᾿αψήλου ν᾿ ανεβώ ν᾿ αράξω θέλω, αητέ μου…». Από στίχους του Κρυστάλη στο ποίημα: «Στο Σταυραετό», (άπαντα Κρυστάλλη σελίδα 185, Α’ τόμος, εκδόσεις Βιβλιοαθηναϊκή ).
Μπιθάμα, (η) = Ο κολοκυθόσπορος. Η λέξη μάλλον αρβανίτικη.
Μπίνα, (η) = Παίζω απλώς ποιος θα είναι ο νικητής και ποιος ο ηττημένος χωρίς κέρδος. Παίζω τις μπίνες δηλαδή χωρίς οικονομικό αντίκρυσμα.
Μπιστιόβλικο, (το) = Το δύστροπο. Αυτό π.χ. το ζώο που λόγω δυστροπίας σε παιδεύει. Αναφέρεται και για το δύστροπο άνθρωπο. Δεν ταγοράζω το μπλάρ. Είν μπιστιόβλικο.
Μπιστούρα, (η) = Το περιεχόμενο του στομαχιού κυρίως των μηρυκαστικών ζώων.
Μπλάνα, (η) = Μεγάλο τεμάχιο χώματος που προκύπτει κατά το όργωμα. Ω Μήτσο! Πως θα τσαπίσω αυτές τις μπλάνς πούργωσες στον κήπο; 
Μπλάρ, (το) = Το μουλάρι. 
Μπλαντάζω = Κλαίω γοερά με αναστεναγμούς. Ω Μήτσο! Για σήκ να δεις τι έχ το πδί και μπλάνταξε στο κλάμα; 
Μπλάξω = Στιγμιαίος Μέλλοντας, Αόριστος = Έμπλαξα. Συναντώ κάποιον τυχαία, χωρίς σχεδιασμό συνάντηση. Συχνά χρησιμοποιείται με απειλητική διάθεση: Να μη σε μπλάξω πουθενά γιατί θα σε κάνω μαύρο στο σκόπ! Τον έμπλαξα πάνω που έκλεβε τα καρπούζια!
Μπλόχερο, (επιρρημα) = Μία χούφτα.
Μπλατσιαριά, (η) = Η χορτόπιτα χωρίς φύλλο αλλά πασπαλισμένη με αλεύρι καλαμποκίσιο. 
Μπλατς και πλατς, (επίρρημα) = Αφήνω τις υποθέσεις στη μέση, απαρατάω τα πράγματα χάμω χωρίς προσοχή. Μάφσε ο δικηόρος μπλατς. Απαρατάω μπλατς την μπούκλα και κοσή να προκάμω. 
Μπλέτσ, (επίρρημα) = Γυμνός. Ακούς εκεί η ξωπαρμέν. Βγήκε μπλέτσ στο μεσοχώρ. Εμάς τους Δραγοβετσινούς τάλλα τα χωριά μας κοροϊδεύουν με την εξής στιχομυθία:
- Από πού είσαι;
- Απτό Ντραγουβέτς.
- Να φας ένα γομάρ μπλετς. 
Μπλετσκώνω = Γεμίζω την κοιλιά μου ως εκεί που δεν παίρνει. Ψες στο πανηύρι την μπλέτσκωσα για τα καλά. 
Μπόλ, (το) = Το εμβόλιο. Προφανώς παραφθορά της λέξης εμβόλιο ανάλογη της λέξης μπόλιασμα που χρησιμοποιούμε για τα δέντρα. 
Μπόλια, (τα) = Βρασμένα καλαμπόκια ολόκληρα και σπόρια, τα οποία φτιάχνουν το Νοέμβριο  μήνα του Αγίου Ανδρέα. Προφανώς θα είναι κάποιο έθιμο των αγροτών που στην πορεία συνδυάστηκε με τη συγκεκριμένη θρησκευτική γιορτή. 
Μπολιάσμα, (το) = Το κεντρώμα των δέντρων.
Μπομπότα, (η) = Ψωμί από καλαμποκίσιο αλεύρι αλλά (α)νεβατό δηλαδή με προζύμι. Βλέπε και τη λέξη (Α)νεβατό στο γράμμα Ν. 
Μπορμπόλ, (το) = Πρόκειται για το  μεγαλύτερο σαλιγκάρι σε μέγεθος της Χώρας – ο Κοχλίας ο πωματίας, (Helix pomatia) - και ένα από τα τρία κυρίως εδώδιμα σαλιγκάρια. Τα μαζεύαμε μετά τη βροχή και τα τρώγαμε ψητά στην προύσια. 
Μπότ, (το) = 16κιλο ή και μικρότερο πλαστικό δοχείο συνήθως των ορυκτέλαιων. Σε κοινή χρήση για νερό, βενζίνη, πετρέλαιο και άλλα υγρά. 
Μπούζα, (η) = Το πρήξιμο στο χείλος από εσωτερικό πυρετό ή από κάποια άλλη αιτία αλλά και τα ίδια τα χείλια. Σύμφωνα με τον Οικονόμου η λέξη αναφέρεται για τα χείλη από την αρβανίτικη λέξη buzea =χείλος. Συχνά για αυτόν ή για αυτήν που έχει παχειά χείλια χρησιμοποιείται η λέξη μπουζάς = χειλάς ή μπουζού = χειλού.  
Μπούζι (επίρρημα) = Πολύ κρύο. Συνήθως αναφέρεται στο νερό ή και σε αντικείμενα που είναι παγωμένα. 
 Μπούκλα, (η) = Ξύλινη κατασκευή με τη μορφή βαρελιού και μία τρύπα στο επάνω μέρος με τάπα ξύλινη ή κότσιαλο από καλαμπόκι για τη μεταφορά πόσιμου νερού. Έχω κουβαλήσει μικρός μπούκλες και μπούκλες με νερό για το μαγαζί. 
Μπουκουβάλα, (η) = Καλαμποκίσιο ψωμί σε κομματάκια στο τηγάνι με λάδι ή βούτυρο.
Μπουλίτσα, (η) = Εσοχή στον τοίχο δεξιά και αριστερά του τζακιού - κάτι σαν εντοιχισμένα ντουλαπάκια. 
Μπούνα, (η) = Το ώριμο φρούτο.
Μπούρας, (ο) = Ο καλοστεκούμενος, ο υγιής, ο δυνατός.
Μπουράω = Το κτύπημα με τα κέρατα των ζώων Δεν μκάνει το κριάρ, μπράει. Με μπούρσε το κριάρ.  
Μπουρίμα, (η) = Μικρή τεχνητή επί το πλείστον μικρή κοιλότητα στο χώμα, (γούρ(ν)α), νερού, η οποία κατασκευάζεται για να συγκεντρώνει νερό από πολύ μικρής παροχής πηγή. Τις μπουρίμες τις χρησιμοποιούμε για να πίνουμε νερό σε περιοχές πολύ φτωχές σε πόσιμο νερό. Στην άλλη άκρη της γούρας κατασκευάζεται μικρό αυλάκι ώστε να φεύγει η υπερχείλιση.
Μπουρμπούτσαλα, (τα) = Γενικώς τα έντομα, τα σκαθάρια αλλά και μεταφορικά το αποτυχημένο, το τίποτα. Αχά Γιορ. Τι βρήκατε σήμερα στο κυνήγ; Μπουρμπούτσαλα. 
Μπουσουλιά, (η) = Αρρώστια του καλαμποκιού όπου στη θέση του σταχιού, (σπάδικα) αναπτύσσεται ένα μόρφωμα απέξω ασημί και μέσα μαύρο έως καφέ. Από την έρευνα που έκανα για τις ασθένειες του αραβόσιτου μάλλον πρόκειται για τον άνθρακα ή αλλιώς καπνιά του καλαμποκιού, που προκαλείται από το μύκητα Ustilago maydis.
Μπουσούλμα, (το) = Το περπάτημα με τα 4 των μωρών.
Μπουσουλιάω = Περπατάω με τα 4. Μπουσούλσιε μώρ το πδί ή ακόμ;
Μπούτσκα, (η)  = Η γίδα που έχει λουρίδες κόκκινες στη μούρη. Διευκρίνιση: σύμφωνα με την παρακάτω ιστοσελίδα:
http://www.kalarrytes.gr/geography.htm μπούτσικο είναι καλαρρύτικη ποικιλία πρόβατου, προστατευόμενη και επιδοτούμενη από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Δεν το γνωρίζω και δεν μπορώ να πάρω θέση.
Πάντως εμείς στην Έλαφο τη λέξη μπούτσκα τη χρησιμοποιούμε και ειρωνικά στην περίπτωση που κάποιος αναμένει να λάβει κάποια υλική η χρηματική αμοιβή αλλά δεν παίρνει τίποτε. Τι μάζεψες Γιορ απτό χωράφ'; Την μπούτσκα με τον κύπρο. 
Μπουτσιουκάβουρας, (ο) = Ο σκορπιός. 
Μπουχαρής, (ο) = Η καμινάδα. Τρέχα Γιορ, πήρ φωτιά ο μπουχαρής. 
Μπουχός, (ο) = Η λεπτή σκόνη που σηκώνεται από κάποια ενέργεια, όπως ένα αυτοκίνητο που κινείται γρήγορα σε χωματόδρομο, ή στο λύχνισμα των δημητριακών αλλά και μεταφορά αυτός που εξαφανίζεται μετά από κάποια παραβατική συνήθως ενέργεια. Περίμενε η νύφ το γαμπρό στην εκκλησιά αλλά ο γαμπρός έγινε μπουχός. 
Μπραστ, (επίρρημα) = Ξαφνικό, απότομο άλμα. Εκεί που τον είχα στριμωγμένο το λαγό, κάνει μια και μπραστ, χάθηκε. Το σίγμα παχύ. 
Μπρίκ, (το) = Σκεύος για βράσιμο καφέ, γάλα, νερό, ρακόμελο  κλπ. 
Μπρίκια, (τα) = Μεταφορικά τα αρχίδια. Θα πάρς τα μπρίκιαμ.
Ν
Νάκος, (ο) = Ο Γιάννης. Γνωστός χωριανός ήταν ο Νακοτσάμης και εξ αυτού ο Βαγγελνάκος, ο πατέρας του Γιάννη Ντάσιου. Εξ αυτού υπάρχει και το επίθετο Γιαννάκος στο Ν. Ιωαννίνων χωρίς να έχει σχέση με την κατάληξη  -άκος της Λακωνικής Μάνης.
(Α)Νεβατό, (τροπικό επίρρημα) = Ψωμί με μαγιά ή προζύμι.Η κουλούρα γίνεται χωρίς προζύμι ή μαγιά. Γράφει η EYH BOYTΣINΑ Mαγείρισσα – συγγραφέας στην εφημερίδα «Καθημερινή»: Το ψωμί  χωρίζεται σε κατηγορίες ανάλογα με την τεχνική της παρασκευής του, την τεχνική του ψησίματος και τα συστατικά του. Η πρώτη διαίρεση σχετίζεται με τον διογκωτικό παράγοντα που χρησιμοποιείται για να φουσκώσει (να ανέβει) το ψωμί. Έτσι προκύπτουν οι δύο μεγάλες κατηγορίες: τα ανεβατά, εκείνα δηλαδή που περιέχουν προζύμι ή μαγιά και τα λειπανάβατα (ή λειψά, ή λειψανάβατα ή λιτρατζένα ή άζυμα).
Πως φτιάχνουμε την κουλούρα στην Αθήνα. Βάζουμε την ανάλογη ποσότητα καλαμποκίσιο αλεύρι, αλάτι, και χλιαρό νερό και το ζυμώνουμε ώστε να αποκτήσει συνοχή. Εν συνεχεία τη βάζουμε στο κατάλληλο σκεύος το οποίο λαδώνουμε στο κάτω μέρος και τη βάζουμε σε προθερμασμένο φούρνο στους 200 βαθμούς περίπου για μια ώρα και τη σκεπάζουμε με αλουμινόχαρτο. Πριν τη βγάλουμε, αφαιρούμε το αλουμινόχαρτο για να πάρει χρώμα. Τρώγεται ζεστή με τυρί και ελιές. Όταν σκληρύνει την κάνουμε τρίψα στο γάλα ή στη σούπα ή στη φασουλάδα. Στο χωριό την κουλούρα την τοποθετούσαν στο πλαστήρι και την έψηναν στη γάστρα ενώ τη σκέπαζαν με φύλλα από κουτσουπιά, (Κέρκις η κερατονιοειδής - Cercis siliquastrum) για να μην αρπάξει το επάνω μέρος. 
Νίβομαι = Πλένομαι.
Νίλα, (επίρρημα) = Τεράστια καταστροφή.  ‘Επαθε μεγάλη νίλα ο Βαγγέλς (πριν έπαθε νίλα ο Φούσκας), στις εκλογές. 
Νισάφ, (επίρρημα) = Έλεος, φτάνει πια. Νισάφ μέπρηξες. 
Νομάτοι, Νοματαίοι, (οι) = Τα άτομα ενός σπιτιού, μιας ομάδας, μιας παρέας κλπ. Πόσοι νοματαίοι ήταν ψες στο γλέντ; 
Νταβάν, (το) = Είδος εντόμου. Πρόκειται για τον τάβανο των αλόγων, βοοειδών κλπ και ανήκει στην οικογένεια των ταβανίδων (Ovad sudeticus).
Νταβάν, (το) = η οροφή του δωματίου. Το ταβάνι. 
Νταβάς, (ο) = Μεγάλο τσίγκινο ή χάλκινο πιάτο. Έφαγα ένα νταβά τραχανά. 
Νταγλαράς, (ο) = Ο Ψηλός. Ποιος μωρή σε πείραξε; Ένας νταγλαράς ίσαμε κει πάν. 
Ντάλα, (επίρρημα) = Το καταμεσήμερο. Δηλαδή το αποκορύφωμα της ημέρας. Η κορυφή. Πούσουν Κωστάκ ντάλα μεσημέρ; Ήμουν κάτ στη Νούσια. Ω Κωτσάκ; που πας μωρέ ντάλα μεσημέρ; Θα σε βαρέσ ο ήλιος στο κεφάλ.  Πάω να πιάκω τζιτζίκια.
Νταλάκ, (το) = Αρρώστια μάλλον των πνευμόνων, πιθανόν η ασθένεια του άνθρακα. Κακό νταλάκ να σε βάρεσ. Ο άνθρακας είναι μια αρρώστια που προκαλείται από τον βάκιλο του άνθρακα συνήθως μεταδίδεται από μολυσμένα ζώα στους ανθρώπους με την επαφή ή κατανάλωση προϊόντων που προέρχονται από μολυσμένα ζώα.
Νταούλ, (το) = Το πρήξιμο. Έγινα νταούλ απτό φαϊ.
Νταραβέρ, (το) = Το αλισβερίσι. Η δοσοληψία μεταξύ κάποιων ανθρώπων αλλά και η κίνηση σε κάποιο μαγαζί, ταβέρνα, πανηγύρι κλπ. Έγινε μεγάλο νταραβέρι στο πανηύρ. 
Ντάρτ, (η) = Το κατάλοιπο από τη διαδικασία του λιωσίματος του φρέσκου βουτύρου από γάλα. Η ντάρτη γίνεται με αυγά τηγανιτά καταπληκτικό φαγητό.
Ντατσκανάρης, (o) = Ο τιποτένιος, ο ζητιάνος, ο διακονάρης. Άκου ο ντατσκανάρς που μούθελε να παντρευτεί την Μυγδάλω μου! 
Ντερέκ, (το) = Ο πανύψηλος. Κι ήταν ο μακαρίτς ένα ντερέκ ίσαμε κει πάν αλλά τούδωκε μια το μπλάρ κι νάταν κιάλλος. 
Ντερεκομένος, (επίθετο) = Ο τεντωμένος και μεταφορικά ο ψωροπερήφανος. Ψωμί δεν έχ να φάει και κάν τον ντερεκωμένο.
Ντερεκώνω = πεθαίνω. Άστα να παν, τα ντερέκωσε ο Γιορς. 
Ντερέκωμα, (το) = Το τέντωμα δηλαδή η νεκρική ακαμψία. Θα σε ντερεκώσω αν σε πιάκω στα χέριαμ. 
Νίβομαι = Πλένω το πρόσωπο.
Νίφκα = Αόριστος του Νίβομαι. Έπλυνα το πρόσωπό μου.
Ντιζάκι, (το) = Ο χώρος στο μπακάλικο ή σε κάθε επαγγελματικό χώρο του ιδιοκτήτη. Για τον πελάτη είναι χώρος απαραβίαστος.
Ντιπ, (επίρρημα) = Καθόλου. 
Ντιπ κατά ντιπ, (επίρρημα) = Όλως διόλου. 
Ντουγρού, (επίρρημα) = Ίσια μπρος, στρέιτ, κατευθείαν. Ωρέ Γιορ, πως θα πάω μωρέ στο μύλο του Μπούια; Ντουγρού σιακάτ, δε θα στρίψς πθενά. 
Ντορός, (ο) = Το ίχνος, τα πατήματα των ζώων. Ω Γιορ, βρήκες μωρέ ντορό απτό γουρούν; Μώρ τίν τούτοι. Τον λύκο γλέπν, τον ντορό του γυρέβν;
Ντοτ, (επίρρημα) = Τελεία και παύλα, Καθόλου, Ολωσδιόλου, ούτε λίγο. Αγνώστου προελεύσεως λέξη. Ω Κωστάκ έλα να βοηθήσεις λιγάκ. Μάνα, δεν μπορώ ντοτ.
Ντούσκο, (το) = Δρυς η μαλλωτή (Quercus lanuginosa). Γνωστό δέντρο με τα ονόματα: Δέντρο, ρουπάκι, γρανίτσα κλπ. Από τα ντούσκα πήρε το όνομα Ντουσκάρα μια περιοχή που αποτελεί τη συνέχεια της Λάκκας Σουλίου.
Ντράβαλα, (τα) = Τα τραβήγματα από διάφορες υποθέσεις, προβλήματα ή ζητήματα. Άσε ο Γιορς έχ μεγάλα ντράβαλα. 
Ντραβτζίκα, (η) = Το σακούλι. Δε γνωρίζω αν το υλικό της ντραβτζίκας ήταν  από δέρμα ή από ύφασμα.
Ντραγάτς, (ο) = Ο αγροφύλακας. Ωρέ αυτός ο Μητσοτάκς έφτιακε πολλούς ντραγάτες. 
Ντραμτζάνα, (η) = Γυάλινο δοχείο που βάζουν το τσίπουρο και άλλα ποτά. 
Ντριμιτζέλα, (η) = Ο θάμνος Κότινος ο κογγύγριος, (Cotinus coggygria). Πρόκειται για το Χρυσόξυλο, από τη ρίζα του οποίου έβγαζαν το χρώμα «χρυσή» και εξ αυτού του γεγονότος παράγεται το όνομα Χρυσόξυλο αλλά εμείς οι Λακκασουλιώτες, ως απόγονοι των Σελλών και σαλοί το λέμε απλά ντριμιτζέλα και ένας θεός γνωρίζει από πού προέρχεται η λέξη. 
Ντριμόν, (το) = Πρόκειται για κόσκινο με μεγάλες τρύπες σε τσίγκο. Χρησιμοποιείται σε κάποιες περιπτώσεις κοσκινίσματος των δημητριακών. Κάθε καλοκαίρι ερχόταν η οικογένεια του Μπραϊμη από τα Γιάννενα και κατασκήνωναν κάτω από ένα μεγάλο πουρνάρι κοντά στην εκκλησία του χωριού, η οποία βρίσκεται στον πάτο του Χωριού μαζί με το σχολείο και όχι στο κέντρο όπως συνήθως συμβαίνει αλλού. Στέλνει λοιπόν το γιο του Βασίλη να δώσει τα κόσκινα και τα ντριμόνια που είχε παραγγελία στους χωριανούς μου. Φθάνει ο Βασίλης στο σπίτι του Γιάννη Ράπτη αλλά δεν ήταν κανείς εκεί και στο χωριό ακούστηκε δυνατά ο παρακάτω διάλογος:
-Ω πατέρα, δεν ίν το άνθρωπο δώ. Τι να τα κάνω τα ντριμόνια;
-Φέρτα κάτ, φέρτα κάτ.
Και από τότε έμεινε η φράση, όταν υπάρχει αμηχανία: «Ω πατέρα, τι να τα κάνω τα ντριμόνια; Φέρτ κάτ φέρτ κάτ». 
Ντρουβάς, (ο) = Σακούλι από μαλλί πλεγμένο στον αργαλειό. Έχει διαφορά με το ταγάρι το οποίο είναι διπλό. Εμείς στο σχολειό δεν είχαμε σάκα, είχαμε αντί για σάκα ντρουβά.
Ξ 
Ξάριος, Ξάριο, (ο, το) = Ο καθαρός στις απόψεις και στις πράξεις, ο ντόμπρος. Το καθαρό από δέντρα και θάμνους έδαφος. Το ξέφωτο.  Ξαστοχάω =Λησμονώ. 
Ξάι ή  Αξάι, (το) = Η αμοιβή του μυλωνά σε αλεύρι από τον αντίστοιχο καρπό. Τα αλεστικά.
Ξέγκαρδα, (επίρρημα) = Χωρίς όρεξη, απρόθυμα. 
Ξέκομα, (το) = Η κατολίσθηση.
Ξεκοπή (επίρρημα) = Κατ΄αποκοπή. Υπολογισμός της αμοιβής με το μάτι   εκ των προτέρων για όλη την εργασία ανεξαρτήτως χρόνου. Ο Κούκιας ζωέμπορος από το Λιβιάχοβο (Άγιος Ανδρέας) δεν ήξερε γράμματα και πάντα όταν αγόραζε μανάρια ή άλλα ζώα από τους χωριανούς τα αγόραζε και με ξεκοπή αφού τα ζύγιζε με το χέρι.   
Ξεκωλώνω = Ξεριζώνω. Τα ξεκώλσα τα κλαριά και φύτεψα πατάκες.
Ξεμεσιάζομαι = Πονάω υπερβολικά στη μέση από τη πολύ δουλειά. Μουέφυγε στην κυριολεξία η μέση. Τρεις ώρες στο χωράφ, πάει ξεμεσιάσκα! 
Ξεμπλέτσωτος, (ο,η,το) = Ο ολόγυμνος. Ο τελείως γυμνός. 
Ξεμυτάω = Εμφανίζομαι από κάπου απότομα. Απτό τίπτα μας ξεμύτσε ο Γιορς και μας τάκανε ρόιδο!
Ξεπαστρεύω = Κάνω καθαριότητα, καθαρίζω διάφορα πράγματα αλλά και μεγάλη καταστροφή από αρρώστια, πόλεμο, σεισμό ή άλλο φυσικό φαινόμενο. Έπσε χολέρα στο χωριό και το ξεπάστρεψε. 
Ξεκαπιστρώνω = Βγάζω το καπίστρι από του μουλάρι, άλογο, γάιδαρο.
Ξεκουτιάζω = Χάνω τελείως το μυαλό μου, γίνομαι χωρίς νου.
Ξεκούτς, (ο,η,το) = Αυτός που έχασε τελείως το μυαλό του, τη γνώση, τη λογική.
Ξεπατώνω = Βγάζω κάτι από τις ρίζες του.
Ξεπιστρώνω = Απλώνω κάτι που είναι διπλωμένο. 
Ξέρακας, (ο) = Αναφέρεται στο δέντρο το κτυπημένο από τον κεραυνό δηλαδή το ξεραμένο. Θυμάμαι που η μάνα μου αποκαλούσε κάποιον που καθόταν όρθιος χωρίς να κουνιέται ξέρακα. Τι αγναντέβς ωρέ σαν ξέρακας;
Ξερακιανός, (ο,η,το) = Ο αρκετά αδύνατος, ο τελείως αποστεωμένος.
Ξεσπυράω = Βγάζω τα σπυριά του καλαμποκιού από το κότσιαλο!
Ξέφλος, (ο) = Η διαδικασία καθαρίσματος του καλαμποκιού από τα φύλλα. Ο ξέφλος παλιά στο χωριό γινόταν με αλληλοβοήθεια και κυρίως το βράδυ. 
Ξεφλάω = Η διαδικασία του ξέφλου δηλαδή του ξεφλουδίσματος του καλαμποκιού. Μετά πήγαν οι χωριανοί μετανάστες αρχικά στο Βέλγιο και εν συνεχεία στη Γερμανία κι έλαβε τέλος ο ξέφλος αφού πια δεν έσπερναν τα Κουπάκια. 
Ξεχάω = Λησμονώ. 
Ξεχαρβαλώνω = Διαλύω. Ξεχαρβαλώθκε η ποριά, πότε θα την φτιάκς Μήτσο; 
Ξεχασιάρης, (ο) = Αυτός που ξεχνάει. Ου να μου χαθείς ντενεκέ ξεγάνωτε, ξεχασιάρ. 
Ξεψειριάζω = Βγάζω τις ψείρες από κεφάλι κάποιου.
Ξεχλιάω = Περνάω την ώρα μου με κάποια απασχόληση. Ω μπάρμπα! Γιατί έκανες τόσα πολλά παιδιά; Ξέχλιαγα πδάκιμ. 
Ξήψωμα, (επίρρημα) = Πρόσληψη εργάτη ή μάστορα χωρίς την υποχρέωση του φαγητού. Δηλαδή χωρίς ψωμί. Συνήθως τους εργάτες ή τους μαστόρους παλιά, πέρα από τα χρήματα που έπρεπε να πάρουν, έπρεπε να τους προσφέρουν και φαγητό. Το αν θα ήταν ξήψωμα ή με φαγητό, η υπόψη εργασία, ήταν αποτέλεσμα συμφωνίας.
Ξιέμαι = Ξύνομαι. 
Ξίκι, (επίρρημα) = Εξαφανίσου. Γίνε ξίκ γαμώ το στανιόσ. Ευτυχώς έγινε ξίκ ο Φούσκας αλλά μας ήρτε ο Γιορς και τάκανε μαντάρα. Δεν χρησιμοποιείται  με την έννοια του ελλειμματικού του λιποβαρούς. 
Ξίγκικο = Το ελλειμματικό, το λιποβαρές. 
Ξου, (επιφώνημα) = Έκφραση, όταν χουγιάζουμε τις κότες. Ξου ξου κακό γεράκ να σας φάει.
Ξυλόκοτα, (η) = Η μπεκάτσα. Βάρσε μια ξυλόκοτα. ο Γιορς άλλο πράμα. 
Ξυλοφάης, (ο) = Λίμα για να λιμάρουμε τα ξύλα που θα χρησιμοποιούνταν για στυλιάρια σε διάφορα γεωργικά  εργαλεία όπως: τσάπες, κασμάδες, φτιάρια, σκεπάρνια κλπ. 
Ξωπαρμένος = Ο βλάκας, ο χαζός, ο ντίπ κατά ντιπ μπανταλός, ο λαλισμένος. Μωρή γομάρα! Αυτόν τον ξωπαρμένο θα πάρς; 
Ξώπετσα, (επίρρημα) = Στην άκρη, ξώφαλτσα. Το πήρε ξώπετσα η σφαίρα και τη γλύτωσε το γρούν.
Ο
Οβριός, (ο) = Ο Εβραίος. Υπάρχει και η σχετική βρισιά: Γαμώτ τον Οβριό σου. 
Όι (επιφώνημα λύπης και πόνου) = Αχ, Ωχ. Όιιιιιιιιι μούσφαξαν τον πέτο. Όιιιιιιιιιιιιι μωρ Γιορ. Μάφκες πάνω στα νιάτα μουυυυυυυυυυυυυυυ. 
Ολούθε, (επίρρημα) = Παντού, γύρω γύρω. Ήρθαν ολούθε και μας έπιακαν στον ύπνο οι Κολιοδημητραίοι. (Κολιοδημητραίοι - από τα παρατράγουδα της Γερμανικής κατοχής με ανάλογο τέλος). Η ιστορία δεν είναι ταμπού. Πρέπει να τη μελετάμε και να παραδειγματιζόμαστε για να μην κάνουμε τα ίδια λάθη.
Ομπλή, (η) = Το κάτω μέρος του ποδιού του μουλαριού, του αλόγου, του λύκου κλπ ζώων.
Όξω, (επίρρημα) = Έξω. Άι πάενε όξω, μη σε περλάβω με κανένα σκόπ.
Οργιό, (το) = Το ρίγος που προέρχεται είτε από υψηλό πυρετό είτε από το κρύο. Σήκ Μήτσο να φύγουμε απτό πανυήρ. Μέπιακε οργιό. Φώναξε μωρέ τη Μήτσαινα να κάν μια ένεση στο πδί, δε βλέπς; σήκωσε οργιό. 
Ορμηνεύω = Δίνω συμβουλές, ορμήνιες.
Ορμήνια, (η) = Η συμβουλή, η νουθεσία αλλά και η διδασκαλία είτε η συνεχής είτε κατά διαστήματα. 
Όρνιο (το) = Ο γύπας, (Gyps fulvus). Η λέξη δίνεται διότι χρησιμοποιείται μεταφορικά για τον άνθρωπο το χαζό, το βλάκα, τον αστοιχείωτο, που δεν του κόβει καθόλου το μυαλό σε τίποτε. Ντιπ όρνιο είν αυτός ο Γιορς!
Όρσε = Ορίστε, παρακαλώ, πάρε, από το ρήμα ορίζω. Ω Μήτσαινα! Όρσεεεε!
Ούι, (επιφώνημα) = Δηλώνει απορία, θαυμασμό, πόνο, λαχτάρα και γενικά αντικαθιστά το άι που είναι πιο εκλεπτυσμένο και έχουμε αναφερθεί στο σχετικό λήμμα. Απορώ γιατί οι νεολαίοι χρησιμοποιούν το αμερικάνικο ουάου, δηλαδή είναι πιο εκλεπτυσμένο από το Λακκασουκλιώτικο ούι. Ούι μανούλαμ το πιάκαμαν το γρούν. Ούι με βάρεσες ωρέ χαμένε. Ούι Γιορ, τι ματζαφλάρ είναι τούτο πόχς; 
Όχτος (ο) = Η όχθη όταν αναφερόμαστε για ρέμα, ρυάκι ή ποτάμι και η άκρη του χωραφιού που δεν οργώνεται, όταν αναφερόμαστε για αγρούς, κήπους κλπ.
Π 
Παένω, (ρήμα) = Πηγαίνω. Που παένεις Γιορ; Πάω στα Γιάννα, (Γιάννινα).
Παλάντζα,(η) = Η ζυγαριά, (ειδική) και μεταφορικά ο άνθρωπος που δεν έχει σταθερότητα. Άστον αυτόν Γάκ, είναι παλάντζας.
Πανοπρίκ, (το) = Η εκ των υστέρων επιπλέον προίκα. Συνήθως το έδιναν μετά από απειλή του γαμπρού, ότι θα τη χωρίσει την κόρη τους.
Παπαδίτσες, οι) = Το ποπ-κορν. Ω μάνα πούναι ο ψήστς, να μου φτιάκς παπαδίτσες;
Παπαρδέλας (ο) = Αυτός που λέει μπούρδες, σαχλαμάρες.
Παπαρδέλες, (οι) = Πρόκειται για είδος ζυμαρικών αλλά εμείς στο χωριό τη λέξη τη χρησιμοποιούμε μεταφορικά για τις μπούρδες, τις σαχλαμάρες, για τα χωρίς σοβαρότητα λόγια που λέγονται από κάποιον ασόβαρο δηλαδή παπαρδέλα.
Παπλαμούδα, (η) = Η μεγάλη νιφάδα του χιονιού. Ω ρε κάτ παπλαμούδες που πέφτουν όξω!
Πάπς, (ο) = Ο παππούς, ο γέρος. Ω πάπ, θα μου δόκς κανά φράγκο;
Παπορίσιος, (ο) = Ό,τι πληρώνεις υπερτιμημένα αλλά και ο κακής ποιότητας καφές. Άσε Γάκ, το πλήρωσα παπορίσιο. Ωρέ τι καφές είναι τούτος; Παπορίσιο τον έκανες; Αρχικά αναφέρονταν στον ελληνικό καφέ που σερβιρίζονταν στα πλοία με την έννοια του πολύ βρασμένου δηλαδή χωρίς καϊμάκι άρα όχι καλός ποιοτικά και εν συνεχεία καθιερώθηκε να χαρακτηρίζεται οποιοσδήποτε καφές που σερβίρεται με "τσουχτερή" τιμή.
Παρακατούλια, (επίρρημα) = Λίγο παρακάτω.
Παραμάσκαλα, (επίρρημα) = Μεταφέρω κάτι αφού το έχω τοποθετήσει κάτω από την μασχάλη.
Παρασάνταλος, (ο, η, το) = Ο κακοφτιαγμένος, ο αδύνατος. Άντε απδώ παρασάνταλο, μη σε κάνω νταούλ στο σκιόπ.
Παρδαλός, παρδαλή, παρδαλό, (επίθετο) = Ο έχων διάφορα χρώματα αλλά και μεταφορικά για τη παρδαλή γυναίκα, η οποία δεν έχει μεγάλους ηθικούς ενδοιασμούς ως προς τη σύναψη ερωτικών σχέσεων. Η έχουσα ελευθεριάζουσα ερωτική συμπεριφορά.
Παρέκια, (επίρρημα) = Πιο εκεί.  Άι πάενε παρέκια.
Παρτσακλός, (ο) = Ο βραδύγλωσσος. Ο βαρεμένος. Άι ρε παρτσακλό φύγε απδώ.
Παστρεύω = Καθαρίζω, ξεδιαλύνω διάφορα πράγματα. Μας ξεπάστρεψε ο Γιορς με το ΔουΝουΤου.
Παστρικιά, (η) = Η πουτάνα. Αυτή θα πάρς Γιορ; Αυτή ωρέ είναι παστρικιά.
Παστρικός, (ο) = Ο καθαρός.
Πατάκα, (ες) (η, οι) = Η, (οι) πατάτα/ες.
Παταγώνω  = Ξεπαγιάζω.
Πατινός, (ο, η, το) = Ο τελευταίος. Ω Κωστάκ πούνε τα μανάρια; Στο πατινό χωράφ μάνα.
Πατόκορφα = Από τον πάτο έως την κορυφή. Λούσκα πατόκορφα.
Πατσιαρώνω, ομαι = Καίω, καίγομαι. Άι πατσιαρόθκα.
Πάφλας, (ο) = Το μέταλλο που είναι κατασκευασμένο ο τενεκές δηλαδή ο ψευδάργυρος ή τσίγκος, (Zn).
Παχνί, (το) = Η φάτνη. Ειδική κατασκευή από σανίδες ή πλεκτή από βέργες ζιλινιάς ή τριμιτζέλας στις καλύβες που έβαζαν τα ζώα για να τοποθετούν το ξηρό χορτάρι άγριο ή ήμερο.
Πδί, (το) = Το παιδί. Τι λες πδί μου; Έτσ έγναν τα πράματα;
Πδούλια (τα) = Αναφέρεται για τα σκουλήκια στο τυρί ή και στα διάφορα φρούτα κυρίως στα κεράσια. Παλιά δεν υπήρχαν ψυγεία κι άλλα αγαθά του πολιτισμού και συχνά τα τρόφιμα έπιαναν διάφορα μαμούνια!
Πεδουνάρ, (το) = Το παντζάκι.
Πεζούλι, (το) = Πέτρινο χαμηλό τειχάκι κατά μήκος του μπροστινού μέρους του σπιτιού ή του καφενείου στα χωριά. Χρησιμοποιείται για κάθισμα. Επίσης η έννοια αυτή χρησιμοποιείται και για μικρό χωραφάκι με τη μορφή παταριού.
Πελέκ, (το) = Ο αρουραίος του δάσους.
Πελεκούδι, (το) = Τα κομμάτια ξύλου που προκύπτουν μετά από το κόψιμο κάποιου δέντρου ή άλλων ξύλων.
Περδικλώνω/ομαι = Μπερδεύω, μπερδεύομαι. Συνήθως περδικλώναμε  τα μπροστινά πόδια των μουλαριών και των άλλων οικόσιτων ζώων για να μην απομακρύνονται από το χώρο της βοσκής των με τα κοστέκια.
Περδίκλωμα, (το) = Δέσιμο των ποδιών των ζώων με ειδικό τρόπο για να μη απομακρύνονται από τον τόπο βοσκής ή φύλαξης.
Περονιάζω = Διαπερνάω. Με περόνιασε το κρύο δηλαδή μπήκε σε όλο μου το σώμα μου, έφθασε μέχρι το μεδούλι. Τούπα κάτ του Γιορ και τον περόνιασε για τα καλά. Να του μάθω γω του ζαγάρ.
Πέτος, (ο) = Ο κόκκορας. 
Πέτουρο, (το) = Το φύλλο της πίτας. Δεν αφορά τις χυλοπίττες, όπως σε άλλες περιοχές Επίσης έχω την εντύπωση, ότι η λέξη αναφέρεται και για τις μακριές σανίδες που καλύπτουν τις στέγες.
Πετρόβεργα, (η) = ξύλινη λεπτή ράβδος περίπου 60 -75 πόντους μήκος, με το οποίο έπλαθαν τα φύλλα για τις πίτες δηλαδή τα πέτουρα. Κανονικά θα έπρεπε να αποκαλείται πετουρόβεργα αλλά είπαμε στην προκειμένη περίπτωση παραλείπεται το άτονο «ου».
Πετσί, (το) = Το δέρμα.
Πετσώνω = Δέρνω αλλά και γαμάω. Την πέτσωσε για τα καλά ο Γιορς τη Μυγδάλω.
Πέφτ, (η) = Η Πέμπτη.
Πηλάλα, (η) = Το τρέξιμο.
Πθενά  = Πουθενά. Παραλείπεται το άτονο ου.
Πιγούλια, (τα) = Τα παιδιά. Προφανώς παραφθορά του χαϊδευτικού παιδούλι / παιδούλια.Ποιος τάφαε τα κεράσια Στέφω; Τα πιγούλια τα καμαρετσάτκα.
Πίγκωμα, (το) = Μεγάλη πίεση, το άγχος.
Πιγκώνω = Αγχώνω κάποιον πολύ. Άι τον πίγκωσα τον κερατά.
Πιστόβλιακος, (επίθετο) = Ο λαίμαργος.
Πιστρόφια, (τα) = Έθιμο. Η επιστροφή της νύφης στο πατρικό μετά από μια εβδομάδα περίπου.
Πιτιά, ) = Τα αμνοερίφια, όταν ακόμη βυζαίνουν, στο στομάχι τους έχουν σε θήκη ένα υλικό το οποίο χρήζει στην  πέψη του γάλατος που πίνουν. Την πιτιά την χρησιμοποιούσαν οι κτηνοτρόφοι για να πήξουν το γάλα για τυρί. Σήμερα βέβαια υπάρχουν οι τεχνιτές πιτιές σε ξηρή ή υγρή μορφή.
Πλάκα, (η) = Πέτρα ειδική για χτίσιμο παγίδας για πουλιά. Εκτός της πλάκας για το στήσιμο χρησιμοποιούνταν τα παρακάτω εξαρτήματα από ξύλο: η παγίδα, τα κοτσάκια, ο καβαλάρης και δε θυμάμαι πως έλεγαν αυτό που το μπήγαμε στο χώμα για να στηριχτούν όλα τα υπόλοιπα. 
Πλακαριά, (η) = Απότομη περιοχή όπου τα πετρώματα έχουν μεγάλη κλίση. Στις περιοχές αυτές υπήρχε η δυνατότητα, λόγω της σχιστότητας των πετρωμάτων, να αποκολληθούν πλάκες με πάχος κατάλληλο για τις σκεπές των σπιτιών. Όλα τα παλιά σπίτια ήταν σκεπασμένα με πλάκες. Οι στέγες με κεραμίδια είναι νεώτερες.
Πλαντάζω = Σκάω από το πολύ κλάμα. Μυγδάλω για κοίτα μωρή το πδί, πλάνταξε στο σκούξμο.
Πλαστήρ, (το) = Ξύλινο επίπεδο εξάρτημα για το ψήσιμο της κουλούρας.
Πλατς (επίρρημα) = Τα παρατάω, τα αφήνω κάτω απότομα, έμεινα ξεκρέμαστος. Με άφησε πλατς ο δικηγόρος.
Πλάτς, (ο) = Η πλάτη. Έχω ένα σφάχτ στον πλάτ.
Πλατσιάνισμα, (το) = Κτυπάω τα πόδια μου ή τα χέρια μου στο νερό. Πλατσούρισμα.
Πλατσιανάω = Πλατσουρίζω 
Πλιατσκοκέφαλος, (ο) = Ο έχων ίσιο το πίσω μέρος της κεφαλής. Χαρακτηριστικό των Ηπειρωτών λόγω της τοποθέτησης του μωρού στη σαρμανίτσα ανάσκελα.
Πλιγούρ, (το) = Σιτάρι κοφτό. Φάγαμαν στο σχολειό μπόλκο πλιγούρ. 
Πλιο = Πάλι. Πλιο δεν ματάπαω στο παζάρ.
Πνίκα = Αόριστος του ρήματος πνίγομαι.
Ποδάρ, (το) = Το πόδι. Άι μάζεψε τα ποδάριασ.
Ποδένω = Φοράω τα παπούτσια ή τις κάλτσες.
Ποκάρ, (το) = Μαλλιά πρόβια ή γίδινα ακατέργαστα. 
Ποριά, (η) = Η είσοδος στο μαντρί, στον κήπο, στο περιφραγμένο χωράφ, (προφανώς από τη λέξη «πόρος» = πέρασμα, άνοιγμα). Συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις την ποριά την έκλειναν με τη λιάσα, η οποία είναι μια ξύλινη κατασκευή από βέργες. 
Πούντα (η) = Το κρύωμα. Άρπαξα μια πούντα άλλο πράμα. 
Πουντιάζω = Αρπάζω κρύωμα. 
Πουσπουράω = Μιλάω σε κάποιον κρυφά στο αυτί. Τι πουσπουράτε εσείς κεί πέρα; Προφανώς η λέξη προέρχεται από το θόρυβο, (πους πους), ιδίως του σίγμα, όταν μιλάμε ψιθυριστά.
Πράζ = Πειράζει. Πράζ αντράω; 
Πράματα, (τα) = Τα ζώα. Πως τάεις τα πράματα Γιορ; Μια χαρά με τον ήλιο τα βγάζω με τον ήλιο τα βάζω.
Πράματα, (τα) = Η κατάσταση είτε ατομική είτε κοινωνική είτε πολιτική. Πως πάν τα πράματα Αντωνάκ; Τι νασπώ. Μια χαρά! Γέμσε η Χώρα ργοστάσια κι ο κοσμάκς έχ δλιά.
Πρατίλα, (η) = Η μυρουδιά των προβάτων, η προβατίλα.
Πρατίνα, (η) = Η προβατίνα. 
Πρατσιάλισμα, (το) = Η γονιμοποίηση των γιδιών και των προβάτων. Ω Γιορ. Πρατσιαλίσκαν μωρέ τα γίδια ή όχ; 
Πρατσιαλάω = Μεταφορικά κάνω έρωτα. Αϊντέεεε. Ακούς εκεί να την πρατσιαλίσει τη Μυγδάλω.
Πρεγελάω = Κοροϊδεύω κάποιον, τον περιγελώ, τον ξεγελάω. Μας πρεγέλασε ο Γιορς κι μας είπι λεφτά υπάρχν και μετά μας ματαξαναέιπ, ότ λεφτά υπήρχν. 
Πρέκ, (το) = Ειδική πέτρα τοποθετημένη στο επάνω μέρος, (ανώφλι), των ανοιγμάτων των θυρών και των παραθύρων των πέτρινων σπιτιών.
Πρέντζα, (η) = Η μυζήθρα. 
Πρεβέντα, (η) = Η μπουγάτσα ή η κουλούρα του γάμου. Πρόκειται για ειδικό ψωμί, το οποίο το έκοβαν και το μοίραζαν στο ψίκι που συνόδευε τη νύφη από το χωριό της στο χωριό του γαμπρού. Η κοπή γίνονταν στη μέση περίπου της απόστασης των δύο χωριών. Η λέξη πρεβέντα σήμαινε επίσης και τη γαμήλια προσφορά στις οικογένειες των νεόνυμφων από τους πολύ κοντινούς συγγενείς και ήταν συνήθως κάποιο σφάγιο, (σφαχτό). Στην Έλαφο η λέξη χρησιμοποιείται επίσης και με τη μεταφορική έννοια. Αφορά τους άνδρες που έχουν βουβωνοκήλη με συνέπεια την υπερβολική αύξηση των όρχεων δίνοντας χαρακτηριστική μορφή δηλαδή τύπου «πρεβέντας» στο πρόσθιο τμήμα του άνδρα. Η εμφάνιση άνδρα με παρόμοιο πρόβλημα οι παραβρισκόμενοι χρησιμοποιούσαν ειρωνικά την έκφραση: Καλώς τον κύριο με την πρεβέντα.
Πρήσκαλο, (το) = Το ανώριμο σύκο. Το πατάς και είναι σκληρό δηλαδή πρήσκαλο.
Πρικιδώνιο, (το) = Το αιδοίο. Ο Μήτσο Βλάχος μας μολόγησε μια φορά, ότι στη Γερμανία έβρισε τον επικεφαλής της βάρδιας με τη φράση: «Της μάνας σου το πρικιδώνι». Και φαγώθηκε ο Γερμανός να μάθει τι σημαίνει πρικιδώνι. Σιγά μην το έμαθε. 
Πριόβολος, (ο) = Ειδικό μικρό εξάρτημα από σίδηρο που μαζί με τη στουρναρόπετρα και την ίσκα, (πρόκειται για το μανιτάρι Φόμης ο εναυσματικός (Fomis fomentarius), που φυτρώνει στους κορμούς των δέντρων, (δρυς, λεύκες, πλατάνια κλπ) και χρησιμοποιούνταν για ανάβουν το τσιγάρο. Έχω έναν πριόβολο στην κατοχή μου. Η επεξεργασία της ίσκας γίνονταν με βράσιμο του μανιταριού με στάχτη και στέγνωμα για να μαλακώσουν οι ίνες του και όταν ήθελαν να ανάψουν τη φωτιά ή το τσιγάρο, έβαζαν την ίσκα στο στουρνάρι και το χτυπούσαν με τον πριόβολο για να παραχθούν σπίθες, οι οποίες και άναβαν την ίσκα. Τον πριόβολο τον έδεναν με ένα σχοινί στο γιλέκο και το τοποθετούσαν στο τσεπάκι.
Προγκάω = Διώχνω τα ζώα με απότομες κινήσεις και μεταφορικά ξαποστέλνω κάποιον απότομα.Τον  πρόγκσαν τον Γιορ. 
Προσάναμμα (το) = Ό,τι χρησιμοποιούμε ως εύφλεκτο υλικό για να ανάψουμε φωτιά. 
Προσανάβω = Χρησιμοποιώ προσάναμμα για να ανάψω φωτιά. 
Προσωπίδα/ες, (η/οι) = Ο μασκαράς, οι μασκαράδες. Στο χωριό προσωπίδες λέγαμε αυτούς που ντύνονταν στις απόκριες και  γύριζαν από σπίτι σε σπίτι και έκαναν διάφορα αστεία με τους νοικοκυραίους. Όλοι προσπαθούσαν να βρουν ποιοι είναι οι προσωπίδες. 
Προσφάι, (το) = Ό,τι τρώγεται μαζί με ψωμί. Και μερικές φορές το ψωμί το συνόδευαν με ψωμί αφού δεν είχανε τίποτε άλλο να φάνε. Ένα κομμάτι ψωμί στο ένα χέρι και ένα κομμάτι στο άλλο. 
Προυγούλ, (το) = Το μαλακό δέρμα με λίπος κάτω από τη σιαγώνα.
Προύσια, (η) = Τα πυρακτωμένα κάρβουνα της φωτιάς. Ρίξ το κοψίδ στην προύσια να ψηθεί.
Πρωτοράκ, (το) = Το πρώτο απόσταγμα του τσίπουρου που είναι πολύ δυνατό και πολλές φορές συλλέγεται για να χρησιμοποιηθεί για εντριβή. Στη βιβλιογραφία καλείται κεφαλή.
Πυρομάδα, (η) = Φέτες ψωμιού που τις πυρώνουμε στη φωτιά και μετά είτε τις τρώμε ως έχουν ή τις αλείφουμε με βούτυρο ή με λάδι. 
Πυροστιά, (η) = Μεταλλικό τριγωνικό εξάρτημα με τρία πόδια όπου τοποθετούσαν τον τέντζερη για να βράσει το φαγητό ή ανάλογα το τηγάνι, εάν η νοικοκυρά επρόκειτο να τηγανίζει.  
Πυρώνομαι = Ζεσταίνομαι μπροστά στη φωτιά.
Πχι, (το) = Το πιώμα, το πιοτό. Τον έφαε μάναμ το πολύ πχι.
Ρ 
Ραγοβύζ, (το) = Η πιπίλα. 
Ραϊδιός, (ο) = Ο γκρεμός. Ούι η Λέν τσι Γάκαινας έπεσε απτό ραϊδιό και σκοτώθκε.
Ράμα, (το) = Σπάγκος βουτηγμένος σε κάρβουνο με το οποίο οι σαριτζήδες (αυτοί που έβγαζαν τις σανίδες με τη σιάρα (ειδικό πριόνι)), χάραζαν το ξύλο με ακρίβεια για να βγάλουν σανίδες.
Ρέμπελος, (ο) = Ο τεμπέλης, μεταφορικά το κοπρόσκυλο. Προφανώς από το αγγλικό rebel =επαναστάτης αλλά με άλλη έννοια.
Ρεμπελιάζω = Τεμπελιάζω, κοπροσκυλιάζω. 
Ρεμπεσκές, (ο) = Ο άχρηστος, ο ανεπρόκοπος, ο τριγυρίζων χωρίς σκοπό εδώ και εκεί. Ο Γιορς κατάντσε ρεμπεσκές.
Ρετσίνα, (η) = Δεν πρόκειται για ιδιωματική λέξη αλλά για ύφασμα από το εργοστάσιο των αδελφών Ρετσίνα. Η κλωστοϋφαντουργία Ρετσίνα ιδρύθηκε το 1872 στον Πειραιά από τους αδελφούς Θεόδωρο, Αλέξανδρο και Δημήτριο Ρετσίνα, γιούς του εμπόρου και ποτοποιού Γεωργίου Ρετσίνα, ενός από τους πρώτους οικιστές της πόλης. Η παραγωγή της κλωστοϋφαντουργίας Ρετσίνα ήταν βαμβακερά νήματα και υφάσματα (ντρίλια, κάμποτ, αλατζάδες), προϊόντα γερά και φθηνά που καταναλώνονταν στην εγχώρια αγορά από τα κατώτερα εισοδηματικά στρώματα, ενώ χρησιμοποιούνται και από τον στρατό (για τις στρατιωτικές στολές). Πηγή: Λήδα Παπαστεφανάκη, ιστορικός, Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Τα υφασμάτινα ρούχα μας την μεταπολεμική περίοδο, ήταν συνήθως από ρετσινένιο ύφασμα δηλαδή του εργοστασίου «Ρετσίνα» και προφανώς και αμφιβάλλω εάν κάποιος από τους μεγαλύτερους γνώριζε ότι η ρετσίνα δεν είναι τύπος υφάσματος αλλά το όνομα του εργοστασιάρχη. Τη ρεστίνα την πούλαγαν όλα τα μαγαζιά τόσο του χωριού μας όσο και των άλλων χωριών της Λάκκας.
Ρέτζελο, (το) = Το κουρέλι αλλά και ο τιποτένιος άνθρωπος, ο τίποτας. Άι ρε ρέτζελο φύγε απδώ. 
Ριζά, (τα) = Οι πρόποδες του βουνού, οι υπώρειες.
Ριζάφτ, (το) = Ο κρόταφος. Τούδοκε μια στο ριζάφτ κι πάρτον κάτ. 
Ριμ ντιμ, (επίρρημα) = Από εδώ κι από εκεί, στα χαμένα, χωρίς προορισμό. Περίεργη έκφραση. Τη χρησιμοποιούσαν τακτικά οι δικοί μου. 
Ρίνα, (η) = Η Αικατερίνη. Γνωστή Ρίνα ήταν η Ρίνα του Μιχάλη Γκουβά, γνωστός και ως Μιχορίνας.
Ρίπα, (η) = Στην πετρογραφία ο όρος αυτού του σχηματισμού είναι μάργα. Αλλού το αποκαλούν κιμιλιά. Πρόκειται για πέτρωμα που ορυκτολογικά κυμαίνεται μεταξύ του ασβεστολίθου και της αργίλου. Η τυπική μάργα περιέχει από 35-75% άργιλο. Χαρακτηριστικό της ρίπας είναι, όταν εκτίθεται στον ήλιο γίνεται εύθρυπτη. 
Ροβολάω = Πάω προς τα κάτω, την κατηφόρα με τροχαδάκι. Ροβόλατα ροβόλατα τα γίδια και τα πρόβατα, δηλαδή κατηφόρστα, φέρτα κάτ.
Ρόγκ, (το) = Η δημιουργία μικρού χωραφιού μέσα στο δάσος με την κοπή των θάμνων. Στην γερμανική κατοχή στα χωριά μας, έφτιαχναν ρόγκια για σπορά μιας χρονιάς, εκμεταλλευόμενοι την οργανική ύλη, (χούμους), από τα φύλλα των θάμνων. 
Ρόκα, (η) = Η ηλακάτη. Με αυτήν έγνεθαν το μαλλί για να το κάνουν νήμα. Κάποιες ρόκες ήταν μικρά κομψοτεχνήματα. Με τη ρόκα για τη συλλογή του νήματος που προέκυπτε από το γνέσιμο υπήρχε το αδράχτι και το σφοντύλι.
Ρουπώνω = Χορταίνω. Ω Γιορ, δεν ρούπσες ακόμα; 
Ρούσαμαν = Γ’ πρόσωπο πληθυντικού αγνώστου ρήματος = πήραμε τον κατήφορο, κατεβήκαμε προς τα κάτω. Ο Αραβαντινός χρησιμοποιεί την προστακτική ρούσε αγνώστου ρήματος = κάτελθε, κατέβα, όταν απευθυνόμαστε σε άτομο που βρίσκεται ψηλά σε κάποιον λόφο
Ρούσος, (ο) = Ο κοκκινομάλης. Γνωστό το τραγούδι «Ρούσα Παπαδιά» δηλαδή η κοκκινομάλα παπαδιά, «και το ποτάμι, άντε ρούσα παπαδιά, και το ποτάμι ήταν θολό και το ποτάμι ήταν θολό, θολό κατεβασμένο σέρνει λιθά , άντε ρούσα παπαδιά, σέρνει λιθάρια ριζιμιά…»
Σ
Σάισμα, (το) = Σκέπασμα κατασκευασμένο από μαλλί γιδιών.
Σακαρίμ, (το) = Ο διαλυμένος άνθρωπος λόγω γηρατειών ή αρρώστιας. Μωρή Μυγδάλω, αυτό το σακαρίμ θα πάρς;
Σακκιάζω = Τοποθετώ στο τσουβάλι τα γεννήματα ή άλλο υλικό.
Σάκκιασμα, (το) = Η πράξη της τοποθέτησης των υλικών στα τσουβάλια, (σακκιά).
Σακοράφα, (η) = Ειδικό μεγάλο βελόνι για το ράψιμο τσουβαλιών. Προσωπικά τη χρησιμοποιώ για να ράψω τη κοιλιά του κατσικιού, όταν το ψήνω στη σούβλα.
Σαλαγάω = Αναφώνηση ειδικών επιφωνημάτων και σφυριγμάτων των τσοπαναραίων για να κουμαντάρουν τα πρόβατα ή τα γίδια.
Σαλάγισμα, (το) = Η πράξη όταν σαλαγάω
Σάλεμα, (το) = η μετακίνηση ενός πράγματος, το χάσιμο του νου.
Σαλεύω = Ταρακουνάω, μετακινώ κάποιο αντικείμενο αλλά και τρελαίνομαι, φέρομαι ανόητα, λωλαίνω. Πάει του σάλεψε του Γιορ και πήρε τα βνά. Αλλά κι σάλεψε το ψάρ.
Σαλβάρα, (η) = Είδος αντρικού παντελονιού κατασκευασμένο από μάλλινο ύφασμα στον αργαλειό, λευκού ή μαύρου χρώματος ανάλογα με το χρώμα του μαλλιού.
Σαλός, (ο,η,το) = Ο έχων σαλεμένο το μυαλό του, ο τρελός, ο λωλός. Αυτός που κάνει ανόητες πράξεις. Ο βλαμμένος, ο ανισόρροπος.     
Σάμπως, (σύνδεσμος) = Μήπως. Θα ξαναβάλ ο Γιορς στις εκλογές; Σάμπως ξέρω;
Σάμα, (επίρρημα)  = Μήπως, άμα. Θα πας στο πανηύρ; Σάμα ξέρω τι με ξημερών;  
Σαμαροσάισμα, (το) = Στρωσίδι που έβαζαν στο σαμάρι, συνήθως όταν πήγαιναν σε κάποια επίσκεψη. Στους γάμους στο σαμάρι τοποθετούσαν μπατανία.
Σαπίζω, σάπκα, σάπσα = Καταστρέφω κάτι, κάποιον, τον διαλύω. Τον σάπσα στο ξύλο. Με σάπσε η βροχή. Σάπκε το χορτάρ στο χωράφ απτή πολύ βροχή.
Σαρμανίτσα, (η) = Ξύλινη χαμηλή κούνια όπου έβαζαν τα μωρά.  Υπάρχει και το σχετικό τραγούδι: Τι να σε κάνω Χάιδω μου, τι να σε κάνω γιε μου, εγώ ο μαύρος γέρασα κι εσύ θέλεις παιχνίδια, θέλεις στην κούνια βάλε με, θέλεις στη σαρμανίτσα, και με το πόδι κούνα με και με τα χέρια γνέσε, και με το στόμα σ' το γλυκό πες μου γλυκά τραγούδια κλπ.
Σαφρανιασμένος, (ο,η,το) = Ο κιτρινιάρης. Η λέξη προέρχεται από το σαφράν δηλαδή το φυτό ζαφορά (saffron) ή κρόκος λόγω του κίτρινου χρώματος που προσδίδει στο φαγητό. 
Σαχάλ, (το) = Το παλιόπαιδο. Άι ΄χάσ σαχάλ.
Σβώλος/σβώλια, (ο/τα) = Τεμάχια εδάφους ακανόνιστου σχήματος που δημιουργούνται σε οργωμένο χωράφι. Τα σβώλια μετά το όργωμα διαλύονται με τη φρέζα ή τη σβάρα ή με το τσαπί συνήθως στους κήπους.
Σγκαρλίζω = Σκαλίζω πάνω πάνω επιφανειακά. 
Σέμπρος, (ο) = Ο συνέταιρος στο όργωμα των χωραφιών. Αυτός που είχε ένα ζώο για όργωμα όπως: βόδι, άλογο, μουλάρι ή αγελάδα και συμπλήρωνε το ζευγάρι με το αντίστοιχο ζώο κάποιου άλλου που επίσης είχε ένα. Σύμφωνα με το λεξικό του Δημητράκου ταυτίζει το Σέμπρο με τον Κολλήγα (βλέπε την έννοια της λέξης στο:
δηλαδή τον ταυτίζει με το Μισιακάρο αλλά εν συνεχεία κατ΄ επέκταση τον ταυτίζει με το συνέταιρο, το συνεργάτη και εξ αυτού προκύπτει και η έννοια της κολληγιάς δηλαδή το συνεταιρίκι. Ο μισιακάρος όμως κατά την ελαφιώτικη ερμηνεία είναι αυτός που κατόπιν συμφωνίας καλλιεργεί τα χωράφια, τις ελιές, το αμπέλι ή φυλάει τα ζώα κάποιου ιδιοκτήτη και ο ιδιοκτήτης παίρνει το προϊόν ή το ζωικό κεφάλαιο μισό μισό χωρίς να βάζει δηλαδή καθόλου εργασία. Ποτέ ένας Ελαφιώτης δε έλεγε το μισιακάρο σέμπρο. Τι τάκανες τα πράιτα Γιορ; Τάδωκα μισιακά στον κουμπάρμ!  Ποιον έχς φέτος σέμπρο Γιορ; Τον Αντωνάκ, τον Βαγγελάκ και τον Φωτάκ! 
Σημείωση συντάκτη: Είναι βέβαιο, ότι ορισμένα ιδιώματα σε άλλες περιοχές να έχουν άλλη σημασία ή και περισσότερες της μίας. Εμείς αναφερόμαστε πάντα στο ελαφιώτικο περιεχόμενο της λέξης ή τέλος πάντων όπως το γνωρίζει ο συγγραφέας.  
Σέντρα, (η) =  Η έχθρα, η αντιπαλότητα, ο ανταγωνισμός. Ω Γιορ βάζουμε σέντρα τα μπλάρια μας να ιδούμε πιο είν γερότερο;
Σέπομαι = Καταστρέφομαι, αποσυντίθεμαι.
Σερσέν = Το έντομο Vespa crabro. Μοιάζει με μεγάλη σφήκα, έχει χρώμα κόκκινο χρυσαφί και έχει ισχυρότερο δηλητήριο από τη σφήκα. Μεγάλος εχθρός των μελισσών και των μελισσιπαραγωγών.
Σιάδ, (το) = Το ίσιωμα και μεταφορικά το ισοπέδωμα κάποιων καταστάσεων. Ο Γιορς τάκανε σιάδ. Μικρά χωραφάκια, συνήθως σε ξέφωτα, αποκαλούνται σιαδάκια. Γνωστό το σιαδάκι του Μάρκου Μπέη.
Σιάζω = Τακτοποιώ τα πράγματα ή τις καταστάσεις, κλείνω υποθέσεις ή διάφορες συμφωνίες και μεταφορικά πηδάω κάποια. Ωρέ εκείνος ο Γιορς την έσιασε τη Μυγδάλω. 
Σιακάτ, (επίρρημα) = Ευθεία κάτω. 
Σιακεί, (επίρρημα) = Προς τα εκεί. 
Σιαπάν, (επίρρημα) = Προς τα επάνω. Που πας Κωστάκ; Σιαπάν μάνα! 
Σιαπέρα, (επίρρημα) =Ευθεία πέρα.  
Σιάρα, (η) = Ριπίδια ή κώνοι κορημάτων στις πλαγιές των βουνών, που αποτελούνται από ασύνδετα διαφόρων μεγεθών υλικά πετρωμάτων. 
Σιάρα, (η) = Ειδικό πριόνι που απαιτούσε για το χειρισμό της δύο ανθρώπους και χρησιμοποιούντνα για την παραγωγή σανίδων.
Σιαρτζής, (ο) = Αυτός που δούλευε τη σιάρα. Γνωστοί σιαριτζήδες του Χωριού ο Γρηγόρ Μπέης, ο Πανούσιας κι ο Θωμά Παντούλας. 
Σιατάνς, (ο) = Ο σατανάς.  Είναι αυτός ένας σιατάνς. 
Σιαφάκωμα, (το) = Το γαμήσι. Πιθανολογώ, ότι προέρχεται από τη αγγλική  λέξη fuck. 
Σιαφακώνω = Γαμάω. Τη σιαφάκωσε ο Γιορς τη Μυγδάλω. 
Σιεναρίζομαι = Ντύνομαι με τα καλά μου ρούχα για να πάω σε κάποιο πανηγύρι ή γάμο ή σε κάποια γιορτή.
Σιμπάω = Τακτοποιώ τα ξύλα στη φωτιά ούτως ώστε να τη δυναμώσω. Σιμπράγκαλα (τα) = Τα διάφορα πράγματα, (αντικείμενα). 
Σινί, (το) = Ειδικό σκεύος με συγκεκριμένο βάθος για πίτες. 
Σιομπόλιασμα, (το) = Φτιάχνω κάτι πρόχειρα, επιδιορθώνω προσωρινά μια κατασκευή, αντικείμενο, ρούχο κλπ.
Σιομπολιάζω = Φτιάχνω, επιδιορθώνω κάτι πρόχειρα. Σημείωση: Μετά βεβαιότητος δηλώνω, ότι ουδέν μονιμότερον του προσωρινού.
Σιοντόρ, (το) = Το σχισμένο ρούχο. Ω Κωστάκ. Σιοντόρ τόκανες το πανταλόν στο λόγγο. Τι θα φορέεις στο πανηύρ;
Σιοντοριάζω = Κουρελιάζω τα ρούχα αλλά και γκρεμίζω έναν τοίχο ή κάτι που καταρρέει και γίνεται ένας σωρός, όπως επίσης και η πτώση κάποιου. Γίνκε μεγάλος σεισμός και σιοντοριάστηκε το σπίτ’. Και κεί που μίλαε ο Γιορς, τούρθε μια ζαλάδα και σοντοριάστηκε στο πάτωμα.
Σιοντόρω, (η) = Η γυναίκα που φοράει σχισμένα ρούχα και γενικώς η απεριποίητη η ατσούμπαλη. Ω Γιορ αυτήν τη σιοντόρω θα πάρς για γυναίκα;
Σιούλας, (ο)  = Ο Αναστάσιος. 
Σιουμάλα, (η) = Τα ξερά φύλλα των δέντρων αλλά και τα μισοσαπισμένα που δημιουργούν ένα επιφανειακό στρώμα, το οποίο ακόμη δεν έχει μετατραπεί σε χούμους κι από το περπάτημα πάνω στη σιουμάλα ακούγεται ένας ιδιαίτερος αλλά διακριτός ήχος. Επίσης, όταν τα πουλιά και ιδίως τα κοτσύφια ψάχνουν στη σιουμάλα για σκουλήκια ακούγεται παρόμοιος ήχος. 
Σιουμαλάω = Κάνω παρόμοιο θόρυβο όπως όταν περπατάω στη σιουμάλα. Ω Κωστάκ’, σταμάτα να σιουμαλάς κει πέρα.
Σιουράω = Σφυρίζω. 
Σιούρια, (τα) = Σωρός από φύλλα, πέτρες, χώματα κλπ.
Σιούρισμα, (το) = Το σφύριγμα. 
Σιουρ, (επίρρημα) = Βούκινο. Άι μωρή παρτζαφίλω μεκάνς σιουρ στη γειτονιά
Σιούτος, (α, ο) = Το χωρίς κέρατα ζώο και μεταφορικά ο ανίκανος άντρας. Πάει αυτός έμεινε σιούτος. 
Σιταριά, (η) = Δεμάτι από στελέχη του σίτου χωρίς τον καρπό. Η χρήση αυτών των δεματιών ήταν για να σκεπάζουν τις καλύβες.
Σκάλος, (ο) = Το σκάλισμα των χωραφιών σπαρμένα με καλαμπόκι ή των κήπων σπαρμένοι με διάφορα είδη λαχανικών.
Σκαμνιά, (η) = Η μουριά. 
Σκάμνα, (τα) = Τα μούρα. 
Σκανιάζω = Σκάω από μεγάλη στενοχώρια. 
Σκαπετάω = Απομακρύνομαι μακρυά. Ω Κωστάκ είδες μωρέ το μουλάρ; Τώραα σκαπέτσε! Από το ημερολόγιο του Φώτου Τζαβέλα: «ότι αποκρέψαμαν το κριάς, εκίνησα με 15 νομάτους ναρχούμασταν στον Πασά Δευτέρα ημέρα και σκαπετήσαμαν στ΄Αλποχώρ'». 
Σκαρίζω = Το ξεκίνημα των ζώων για βοσκή από το σκάρο. Ο Κωστάκ σκάρσε τα πράιτα, να ματσουλίσουν καμιά χλωρασιά. 
Σκάρος, (ο) = Το μέρος όπου σταλίζουν τα αιγοπρόβατα.
Σκαφίδ, (το) = Η σκάφη. Τα σκαφίδια ξύλινα και σε κάθε σπίτι ήταν συνήθως δύο. Το ένα για το ζύμωμα του ψωμιού και το άλλο για το πλύσιμο των ρούχων στο χέρι. Βεβαίως αργότερα ήρθαν τα τσίγκινα και τα πλαστικά σκαφίδια. 
Σκέλισμα , (το) = Το κακό μάτι,
Σκεπάρ, (το) = Το σκεπάρνι. 
Σκιάζομαι = φοβούμαι. 
Σκιάρπα, (η) = Μικρός θάμνος συνήθως αναφέρεται στο πουρνάρι. 
Σκιάσμα, (το) =Σκιάχτρο αλλά και η άσχημη γυναίκα ή άντρας. Ούι μωρή Μυγδάλω, αυτό το σκιάσμα θα πάρς; 
Σκιέμ, (το) = Η λέξη αναφέρεται σε στρώμα σκληρού πετρώματος ή και σε πολύ μεγάλη πέτρα. Με την ίδια έννοια επίσης χρησιμοποιούσαν τη λέξη «Στεφάνι». Στο χωριό η λέξη σκιέμ αναφέρονταν πρακτικά για τους ψαμμίτες ή για τους ψαμμιτικούς οργανογενείς ασβεστόλιθους που εντοπίζονται στην περιοχή.
Σκιόρεμα, (το) = Συνώνυμο του σκιάσματος, το πανάσχημο. Μώρε όρνιο, αυτό σκιόρεμα θα πάρς για γυναίκα;
Σκλέντζες, (οι) = Παιδικό παιχνίδι με ξύλα κοινώς τσιλίκι. 
Σκόκας, (ο) = Αυτός που δεν παίρνει από λόγια ή τα γράμματα ή από κάποια ειδική εργασία. 
Σκορδοκαΐλα, (η) = Αδιαφορώ για οποιοδήποτε ζήτημα, υπόθεση, ιστορία κλπ. Δε με αφορά. 
Σκόπ, (το) = Το ξύλινο ραβδί και μεταφορικά ο ξυλοδαρμός
Σκορπίδ, (το) = Πρόκεται για πόα που φύεται σε τοίχους και σε ρωγμές στα βράχια, (Κατέραχον το φαρμακευτικό - Ceterach officinarum), του οποίου το αφέψημα το χρησιμοποιούν ως φάρμακο για τις πέτρες στα νεφρά για τον  προστάτη, τις κυστίτιδες και γενικά για το ουροποιητικό σύστημα.
Σκοτάκια, (τα) = Τα συκωτάκια. 
Σκούζω = Κλαίω με στριγκιές.’Ωρ νύφ. Τι έχ μωρή το πδί και σκούζ; 
Σκούπρα, (τα) = Τα σκουπίδια και μεταφορικά ο τιποτένιος άνθρωπος, το σκουπίδι. Άι ρε σκούπρο χάσου από μπροστάμ μη σου στράψω καμιά μπάτσα.
Σκούρτα, (τα) = Η κλήρωση. Ρίχνω σκούρτα, κάνουμε κλήρωση. Τα σκούρτα ήταν μικρά ξυλαράκια, ένα εκ των οποίων διέφερε σε μέγεθος από τα άλλα. Ο αριθμός των ήταν ανάλογος του αριθμού των συμμετοχόντων στην κλήρωση. Όποιος το τραβούσε θα φύλαγε στον κρυφτό ή στο κρυφοκούτι η σε διάφορα άλλα παιχνίδια.
Σκουσμός = Το κλάμα με στριγκιές. 
Σκουτιά, (τα) = Ο ρουχισμός από το αρχαίο σκουτίον υποκοριστικό του σκύτος.
 Σκραπανάω = Πατάω τη σκανδάλη. Γλέπω που λέτε το λαγό στα τρία μέτρα. Σκραπανάω μια σκραπανάω δυό ιτστίποτα και πάει ο λαγός νάταν κιάλλς.
Σιμά, (επίρρημα) = Κοντά. Σιμά κοντά τα Γιάννενα. 
Σμαζεύω = Συμμαζεύω, συγκεντρώνω.
Σμπλάχνω = Σε ανταμώνω τυχαία κάπου.
Σμποδίζω και Σμποδιέμαι =Εμποδίζω κάποιον και Σκοντάφτω.
Σουργούν, (επίρρημα) = Ρεζίλι. Ούι αυτή η τσούπρα, μέκανε σουργούν στο χωριό. 
Σουρλίνα, (η) = Το αγριοκάρδαμο. (Καψέλλα ποιμενόσακος - Capsella bursa-pastoris).  Νόστιμο αγριόχορτο. Η ονομασία οφείλεται στο σχήμα των καρπών που μοιάζουν με το πουγκί των βοσκών. Είναι γνωστό βότανο από την αρχαιότητα. Περιέχει διάφορες ουσίες χρήσιμες στον οργανισμό όπως αμινοξέα, οργανικά οξέα, τανίνες, φλαβονοειδή, ασβέστιο, θείο και άλλα μονοαμίνες, χολίνη, ακετυλχολίνη, και βιταμίνες Α, Β, Κ, C κλπ. Τα παρασκευάσματα από σουρλίνα βοηθάνε στις αιμορραγίες, στη μείωση της πίεσης, στην τόνωση του οργανισμού κλπ. Οι παλαιότεροι χρησιμοποιούσαν τη φράση στις περιπτώσεις, των εφηβικών ερωτοτροπιών. «του/της μύρισε σουρλίνα». Δε γνωρίζω το συνειρμό του αγριοκάρδαμου με την ερωτοτροπία των εφήβων. 
Σπάθα, (η) = Εξάρτημα του αλετριού που ενώνει το αλετροπόδι με το συρτάρι, (βλέπε φώτο).
Σπαλέτο, (το) = Η εσάρπα πλεγμένη από πρόβειο μαλλί.
Σπέλα, (η) = Η μεγάλη πέτρα. Θα σρίξω μια σπέλα στην κεφάλς πθάναι όλ δκιάς.
Σπελοκέφαλος, (επίθετο) = Ο Χοντροκέφαλος, αυτός που δεν παίρνει από λόγια, που δεν αρπάζει τα γράμματα, που έχει αγύριστο κεφάλι κλπ κλπ. Προφανώς από τη λέξη σπέλα.
Σπολάτ, επίρρημα = Επιτέλους έγινε. Σπολάτ Κωστάκ πότσες τα μπλάρια.
Σπόρτα, (η) = Ημισφαιρικό πλεκτό καλάθι από κλαδιά και φλούδες ντριμιτζέλας, (βλέπε λέξη), στο οποίο τοποθετούσαν κυρίως τα αυγά αλλά και φρούτα όπως σταφύλια, σύκα  κλπ. Όταν πηγαίναμε Λάζαρο το Σάββατο πριν την εορτή των Βαΐων, η σπόρτα ήταν απαραίτητη για τα λαζαρούδια. 
Σπουράω = Χύνομαι, υπερχειλίζομαι. Στην περίπτωση που σπάει κάτι και χύνεται το περιεχόμενο ή υπερχειλίζει κάποιο δοχείο με υγρό ή στην περίπτωση που μας ανοίγει η μύτη και τρέχει αίμα, η σπάει το σπυρί και βγαίνει το πύον κλπ.
Στάκα = Προστακτική του ρήματος στέκομαι, περίμενε. Στάκα να σε πιάκω. 
Στάλα, (η) = Η σταγόνα αλλά και το πολύ λίγο. Τα πράιτα του Γιορ δεν έχν στάλα γάλα.
Σταλίζω = Τα ζώα είτε επιστρέφουν στο  μαντρί είτε παραμένουν στο χώρο της βοσκής σε κάποιο σημείο σταθερά. Συνήθως σε ίσκιο. Μεταφορικά αυτός που στέκεται όρθιος και ακίνητος. Ω Κωστάκ, τι σταλίεις τόσην ώρα όξω απτή πόρτα;  
Σταλίκ, (το) = Ξύλινος πάσσαλος. 
Στάλος, (ο) = Η πράξη του σταλίσματος.  
Σταρίδα, (η) = Το πουλί Σταρήθρα, (Alauda arvensis). 
Στατέρ, (το) =  Καντάρι, (βλέπε λέξη και φώτο). Ειδικός ζυγός του χεριού που στην περίπτωση των βαριών αντικειμένων απαιτεί δύο ανθρώπους για να ζυγίσει κάποιος 
Στεφάνι, (το) = Η λέξη αναφέρεται σε στρώμα σκληρού πετρώματος ή και σε πολύ μεγάλη πέτρα. Με την ίδια έννοια επίσης χρησιμοποιούν τη λέξη «Σκιέμ».  Στο χωριό η λέξη σκιέμ αναφέρονταν πρακτικά για τους ψαμμίτες ή για τους ψαμμιτικούς οργανογενείς ασβεστόλιθους που εντοπίζονται στην περιοχή.
Στη Φόρα, (επίρρημα) = Θα αποκαλύψω κάτι, θα δημοσιοποιήσω ένα γεγονός κλπ.
Στουμπίζω και Στουμπάω = Η εργασία ξεσπυρίσματος των σιτηρών και του αραβόσιτου με τον κόπανο στο αλώνι ή και σε άλλο χώρο. 
Στουμπώνω = Παραγεμίζω.
Στοχός, (ο) = Αποθήκευση του άχυρου αλλά και των άγριων χόρτων σε κωνικό σχήμα για να διατηρηθεί για να μη σαπίσει και θα χρησιμοποιηθεί για τροφή των ζώων το χειμώνα. Εξ αυτού και η τοποθεσία «Στοχός».
Στουπλέκα, (η) = Παιδικό παιχνίδι που αποτελούνταν από ξύλο κουφοξυλιάς, ένα ξύλινο έμβολο σαν φουρλέτσιο σε μικρογραφία και με κεδρόσπορα, γίνονταν όπλο. 
Στραβολέκατος, (επίθετο) = Ο στρεβλός στο σώμα και γενικά το στρεβλό πράγμα.
Σταρβοτσιάγουλος, (επίθετο) = Ο έχων στραβό σιαγώνα, (τσιαγούλι).
Στραγκουλίζω = Στρίβω το λαιμό σε κάποιον. Τον πνίγω με στραγγούλισμα. 
Στραπή, (η) = Η αστραπή. Μώρ νταλακιασμένο κακή στραπή να σε βαρέσ.
Στράφω = Αστράπτω. Του στράφω μια μπάτσα πούταν όλ δκιάτ.
Στρέω, στρέομαι = Συμφωνώ, δέχομαι, ταιριάζω, επαληθεύομαι στην περίπτωση που επιβεβαιώνεται κάτι όπως για παράδειγμα το όνειρο.
Στυλιάρ, (το) = Ξύλο που τοποθετείται σε διάφορα αγροτικά εργαλεία. 
Συκομάϊδα, (η) = Γλύκισμα για το χειμώνα μεγάλης θρεπτικής αξίας που φτιάχνεται από σύκα αφού λιαστούν επί μερικές ημέρες και εν συνεχεία ζυμωθούν και πλαστούν. 
Συμπάω = Ανακατεύω τη φωτιά, αναπροσαρμόζω τους δαυλούς της φωτιάς ώστε να γίνει αναζωπύρωση. Ω Κωστάκ. Σύμπα μωρέ τη φωτιά θα σβήσ.
Συρτάρ, (το) = Εξάρτημα του αλετριού. Το καμπυλωτό τμήμα του (βλέπε φώτο).
Σφαχτό, (το) = Το αιγοπρόβατο. Πολλές φορές δε λέμε πόσα ζώα έχεις αλλά πόσα σφαχτά γενικά. Με τη λέξη σφαχτό εννοούμε και το σφαγμένο ζώο. Έφερε στο γάμο ένα σφαχτό.
Σφάχτς και σφαγιό, (ο, το) = Οξύς πόνος σε κάποιο σημείο του σώματος.
Σφοντύλ, (το) = Ξύλινο εξάρτημα σε σχήμα περίπου αχλαδιού που έμπαινε στην κάτω άκρη του αδραχτιού  για να κρατάει αντίβαρο όταν έγνεθαν με τη ρόκα και να διευκολύνει την κανονική περιστροφή του αδραχτιού ούτως ώστε να γίνεται σωστά το περιτύλιγμα του νήματος. Θα σου δώκω μια και θα σούρθει ο ουρανός σφοντύλ.
Σχαρίκια, (τα) = Χαρούμενη είδηση για κάποιο γεγονός ή επιτυχία στην οικογένεια ή σε άτομο της οικογένειας.
Σημαντική σημείωση. Αυτά που αρχίζουν με σκι, σχ και σι το Σίγμα  προφέρεται παχύ!
Τ
Τάβλα, (η) = Στρογγυλό χαμηλό τραπέζι όπου σερβίρονταν το φαγητό. Οι άνθρωποι κάθονταν γύρω γύρω από την τάβλα είτε σταυροπόδι είτε στα κουτσούμπια. Για αυτό λένε και τα τραγούδια του τραπεζιού ως τραγούδια της τάβλας. 
Ταγάρας, (ο) = Πρόκειται για τον άνθρωπο που δεν είναι και πολύ έξυπνος, που δεν παίρνει εύκολα στροφές.
Ταγάρ, (το) = Το ταγάρι είναι ο διπλός τρουβάς, (βλέπε λέξη). 
Τα ΐ , (η) = Η τροφή των οικόσιτων ζώων.  
Ταΐστρα, (η) = Ο χώρος που μπαίνει η ταΐ για τα ζώα. Μπορεί να είναι το παχνί, η κορύτα, ένα δοχείο κλπ. 
Ταϊσάρ, (το) = Είναι μια ειδική ταΐστρα, ένας υφασμάτινος τρουβάς που το κρεμάνε στο κεφάλι των μουλαριών, των αλόγων και των γαϊδουριών με ταΐ. Η ταΐ είναι συνήθως βρώμη. Το ταϊσάρ το χρησιμοποιούν, όταν πάνε κάπου για δουλειά με το μουλάρι ή άλλο φορτιάρικο ζώο για να του εξασφαλίσουν το φαγητό του κατά την ώρα της ανάπαυσης.
Τάλαρος, (ο) = Μεγάλος ξύλινος κάδος διιαμέτρου περίπου 80 έως 100 εκατοστά και ύψος έως και 2 μέτρα. Ο τάλαρος χρησίμευε  για την αποθήκευση είτε διαφόρων σιτηρών είτε για την ζύμωση των κούμαρων.
Ταπίκπα, (επίρρημα) = Ανάσκελα. 
Ταρναρίζω = Κουνάω το μωρό στη κούνια και μεταφορικά φροντίζω κάποιον. Το παλιοτόμαρο τρία χρόνια τον ταρνάριζα και αυτός με κατάκλεψε!
Τάσιω, (η) = Η Αναστασία 
Ταχιά, (επίρρημα) = Πολύ πρωί, με το ξημέρωμα. 
Τειχάρ, (το) = Μικρός τοίχος. Τα τειχάρια συνήθως κατασκευάζονταν ως αντιστηρίξεις για την προστασία του εδάφους. 
Τέτοια Πάντια Ράντια (έκφραση) =Τούτα, Εκείνα, Τάλλα. Δηλαδή διάφορα. Παντρεύτηκε ένας Χωριανός μια ξενοχωρίτισσα αλλά στους 6 μήνες υποβάλλεται από τη νύφη αίτηση διαζυγίου με το αιτιολογικό της μη εκπλήρωσης των συζυγικών καθηκόντων. Δηλαδή η νύφη ήταν ακόμη παρθένα. Εκδικάζεται η αίτηση διαζυγίου και στην πορεία της δίκης ο Πρόεδρος ρωτά την ενάγουσα τι ακριβώς της έκανε ο σύζυγος και αυτή απάντησε: «Μου έκανε τέτοια, πάντια, ράντια». Ο πρόεδρος ανίκανος να κατανοήσει το ιδίωμα και για να τη βοηθήσει τη ξαναρωτά: Στα συζυγικά του καθήκοντα ήταν εντάξει; και η απάντηση της ενάγουσας ήταν: Εντάξει κύριε Πρόεδρε και η παράσταση έλαβε τέλος με την έκδοση σε βάρος της το διαζύγιο.   
Τηράω = Κοιτάω, παρατηρώ αλλά και κρατάω το λόγο μου σε μια προφορική συμφωνία. 
Τζαμάρα, (η) = Αυτοσχέδιο μουσικό όργανο κατασκευασμένο από φλούδα Τριμιτζέλας (χρυσόξυλο). Άι Στέφω Γκουβά με τη τζαμάρ σου. 
Τζερεμές, (ο) = Ο άχρηστος. Αυτός δεν κάνει τίποτε, ο αποτυχημένος. Στο λεξικό το βρήκα με την έννοια του προστίμου. Συνεπώς στη φράση: Δεν πληρώνω εγώ τζερεμέδες εννοούσαν, ότι δε θα ασχοληθούν με κάτι για το οποίο θα έχουν ζημιά χωρίς όφελος. Συνήθως όμως το χρησιμοποιούσαν τη λέξη για ανεπρόκοπους ανθρώπους, προφανώς με τη μεταφορική έννοια. 
Τζιαμάλα, (η) = Η μεγάλη φλόγα. Η φωτιά που ανάβουν στις αποκριές και δημιουργείται ψηλή φλόγα. Π.χ. στις πυρκαγιές παρατηρούμε τζιαμάλες. 
Τίγκα, (Επίρρημα) = Γεμάτο. 
Τιγκάρω = Γεμίζω τέρμα το δοχείο, το σακί κλπ. Ω Μήτσιο τιγκάρσε το τσουβάλ τι τάφκιες μισό.
Τζίνα, (η) = Μεταφορικά το πείραγμα ή λόγια για αφορμή καυγά. Έβαλε τζίνες ο Γιορς και τσακώθκε ο Βαγγέλς με τον Αντών. 
Τζινάω, τζινιέμαι, = τρυπώ, τρυπιέμαι από βελόνες, αγκάθια, σύριγγες κλπ. Μεταφορικά τζινάω κάποιον σημαίνει τον πειράζω ή προσπαθώ κάποιους μέσω του τζινήματος να τους βάλω να τσακωθούν. 
Τζιόρας, (ο) = Αυτός που δεν παίρνει από λόγια, ο ξεροκέφαλος αλλά και αυτός που δεν παίρνει τα γράμματα, ο τελείως ανεπίδεχτος μαθήσεως.  Πως πάει το πδί Μήτσιο στο σκολιό; Τι να σπώ γιέμ. Ντιπ τζιόρας.
Τομάρ, (το) = Το δέρμα. Μεταφορικά αναφέρεται στον παλιάνθρωπο. Ο τάδε είναι τομάρι, (παλιοτόμαρο). Επίσης αναφέρεται και στον ιδιοτελή άνθρωπο, το συμφεροντολόγο, αυτόν που αγαπάει τον εαυτό του δηλαδή που φιλάει το τομάρι του, ο φιλοτομαριστής.
Τουλούπα, (η) = Καθορισμένη ποσότητα μαλλιού, την οποία γνέθουν με την ρόκα. 
Τουλουπώνω = Περιτυλίγω με τουλούπα το σώμα.  
Τζουμπάρ, (το) = Μικρός λοφίσκος, ύψωμα ή ανάχωμα. Κάποια εδαφική έξαρση. Το τζ παχύ. 
Τσαπέλα, (η) = Αρμάθα αποξηραμένων σύκων.
Τσερίτσα, (η) = Το σπυρί. Ω μάνα, έβγαλα μια τσερίτσα στο χέρ. Με πονάει, τι να την κάνω; Κάτσε να στην κάψω με την κονταρίτσα.
Τσιάφ, (η) = Το στοιχείο θειάφι, (S), αλλά και η πρωινή δροσιά που έχει  ένα υποκίτρινο χρώμα και μοιάζει με το θειάφι. Έπεσε τσιάφ στα σπαρτά και τάκαψε. Ώ Μήτσο. Ρίξ μωρέ τσιάφ στα κλήματα, θα τα κάψ ο περονόσπορος.
Τσουμπλέκια, (τα) = Τα διάφορα αντικείμενα, τα μπιχλιμπίδια αλλά και το νοικοκυριό υπό μία έννοια. Μάζεψε ο Γιορς τα τσουμπλέκια του κι πάει στο Χάρβαντ να μάθ τσαμερικάνς πως βουλιάζ μια Χώρα.
Τούρλα, (η) = Η κορυφή. Δε γνωρίζω πως έφθασε στο χωριό η φράση: Ζαμάν φού και πάνω Τούρλα.
Τουρλώνω = Την κάνω τέζα την κοιλιά μου από το φαϊ. Μεταφορική έννοια από τη λέξη κορυφή. 
Τουρτούρα, (η) = Το τρυγόνι.Από το χαρακτηριστικό τουρ τουρ.
Τούφα, (η) = Μικρή συστάδα από πυκνούς θάμνους. Κρύφκε ο λαγός στην τούφα.
Τραΐ , (το)= ο τράγος και μεταφορικά οι ρασοφόροι. Είναι αυτός ένα τραΐ.
Τριμιτζέλα, (η) = Το χρυσόξυλο, (Κότινος ο κογγύγριος). 
Τρίμματα, (τα) = Τα ψίχουλα. 
Τριχιά, (η) = Σχοινί κατασκευασμένο από μαλλί ή από λινάρι ή από νάυλον. 
Τρίψα, (η) = Η παρασκευή ενός μίγματος γάλατος με ψωμί. 
Τρουβάς, (ο) = Πλεχτό μάλλινο σακούλι. Εμείς στο δημοτικό δεν είχαμε σάκκα, είχαμε τρουβά που βάζαμε τα ττετράδια και τα βιβλία. Όσοι είχαν. 
Τσάγαλο, (το) = Το πράσινο αμύγδαλο, το τελείως ανώριμο, το οποίο μπορούμε να το φάμε.
Τσάγανα, (τα) = Τα άγανα και γενικά κάθε μικρό σκουπιδάκι. 
Τσάκνα, (τα) = Τα ψιλά κλαδιά που χρησιμοποιούμε για προσάναμμα. Ω Κωστάκ. Μάσε πδίμ κάνα τσάκνο για τη φωτιά. 
Τσακώνω = Συλλαμβάνω κάποιον Τον τσάκωσα στα πράσα. 
Τσαμπουνάω = Φωνάζω δυνατά, ακατάπαυστα και μερικές φορές γίνομαι ακατάληπτος. Τι μου τσαμπουνάς εδώ πέρα. 
Τσαμπί, (το) = Ο βότρυς. Αναφέρεται πάντα στο σταφύλι. Ο Γιορ πιάς ένα τσαμπί.
Τσάμπουρα, (τα) = Οι ρώγες του τσαμπιού (σταφυλιού). 
Τσαντίλα (η) = Ειδικό πανί για το πήξιμο του τυριού. Εκ της τσαντίλας και το επίθετο τσαντίλας.
Τσάπος, (ο) = Ο τράγος και μεταφορικά ο γαμιάς. Προέρχεται από τη σλάβικη λέξη τσαπ (cap) και όχι από το κάλεσμα τσαπ τσαπ όπως αναφέρει ο Αραβαντινός.
Τσάρκος, (ο) = Χώρισμα στην καλύβα όπου βάζουν τα νεογέννητα κατσίκια και αρνιά. 
Τσάχαλα, (τα) = Σκουπιδάκια που πέφτουν στο φαγητό ή μας μπαίνουν στα μάτια. 
Τσέβιω = Χαϊδευτικό της Παρασκευής.
Τσέρλα, (η) = προϊόν διάρροιας. 
Τσιάγαλο, (το) = Το πράσινο ανώριμο αμύγδαλο. 
Τσιαγούλ, (το) = Το σαγόνι.
Τσιαδώ, (επίρρημα) = Προς τα εδώ. Ο Γιορ έλα τσιαδώ κάτ να σπω.
Τσιακεί, (επίρρημα) =  Προς τα εκεί. Τσιαπού πήγαν τα γίδια Γιορ; Τσιακεί.
Τσιακμάκ, (το) = Ο αναπτήρας.  
Τσιάμικος ταμπάκος, (ο) = Έκφραση που δηλώνει φορτικότητα, πρήξιμο και ταλαιπωρία από κάποιον σε κάποιον. Μου έγινε τσάμικος ταμπάκος δηλαδή μου κόλλησε επάνω μου όπως το τσιμπούρι. Ο ταμπάκος είναι τριμμένος καπνός και απαορροφάται από τη μύτη. Παλαιότερα το χρησιμοποιούσαν ως πρακτική θεραπεία, δε γνωρίζω για ποια αιτία ίσως για την πίεση. Στο χωριό ταμπάκο έπαιρνε η Λαμπρογκέτσαινα. Ο τσάμικος ταμπάκος κατασκευάζονταν σε ειδικούς υδρόμυλους σε περιοχές της Θεσπρωτίας, στο Τσάμικο δηλαδή και συγκεντρωνόταν στα Γιάννινα που αποτελούσε το σημαντικότερο κέντρο διανομής. Από τα Γιάννενα μεταφέρονταν σε διάφορες πόλεις των Βαλκανίων, στην Κωνσταντινούπολη έως και τη Μέκκα. Ήταν μοναδικός σε ποιότητα. Το καραβάνι του Ρόβα ήταν ένα από τους μεταφορείς τσάμικου ταμπάκου.
Τσιαπέλα, (η)  = Τα ξηρά σύκα σε αρμάθα. 
Τσιαπού, (επίρρημα) = Προς τα πού.
Τσιατάλ, (το) = Τα μικρά κλαδάκια που προεξέχουν από τους κορμούς. 
Τσιατμάς, (ο) = Χώρισμα δωματίου με πλέξιμο από βέργες και λάσπη. Σιγά μη κουβάλαγαν τούβλα από την πόλη με τα γαϊδούρια, στην  περίπτωση που θα είχαν λεφτά. 
Τσιάφκα, (η) = Ξύλινο χειροποίητο ποτήρι για νερό.
Τσιγαρίδες, (οι) = Τηγανισμένα κομματάκια λίπους γουρουνιού με λίγο κρέας. Τα Χριστούγεννα φτιάχναμαν τσιγαρίδες. 
Τσιγαρίζω = Σοτάρω. 
Τσίγκος, (ο) =Ο ψευδάργυρος αλλά και τα Φύλλα από ψευδάργυρο που σκεπάζουν τις καλύβες, (αχυρώνες) ακόμη και σπίτια σε ορεινές περιοχές που πέφτει πολύ χιόνι, διότι είναι ελαφρύ και ανθεκτικό υλικό για τις σκεπές.  
Τσιγκλάω = Πειράζω κάποιον με διάφορα λόγια είτε να του εκμαιεύσω κάτι είτε απλά για διασκέδαση ή ακόμη για να μαλώσει με κάποιον. 
Τσίκα, (η) = Η σπίθα από τη φωτιά ή από ό,τι βγάζει σπίθες.  
Τσίμα τσίμα (επίρρημα) = Ίσα ίσα. 
Τσιμουτάω = Μιλάω πολύ σιγά, ψιθυριστά. Τι τσιμουτάς κεί πέρα;   Δεν τσιμουτάω = Δε μιλάω, το βουλώνω.
Τσιόλια, (τα) = Τα ρούχα γενικά αλλά και ο ασήμαντος από πλευράς ποιότητας ρουχισμός και μεταφορικά ο χωρίς αξία άνθρωπος.
Τσιοκάν, (το) = Ειδικό κουδούνι συνήθως χάλκινο που βάζουν στα πρόβατα αλλά με διαφορετικό ήχο από το κυπρί που είναι από μπρούτζο. Τσοκάνια βάζουν στα πρόβατα και στις αγελάδες και κυπριά βάζουν στις γίδες και στα μουλάρια. 
Τσιοκανάω = Χτυπάω με τον τσιόκο αλλά και ευνουχίζω. Διότι στη πράξη του ευνουχίσματος με ειδικά εργαλεία σπάνε τους όρχεις του ζώου. 
Τσιόκος, (ο) = Ειδικό σφυρί, αλλά και ο βλάκας, αυτός που δεν παίρνει στροφές. Επίσης το πέος. Τι θα μκάνεις ρε; Θα μου αποφτώεις τον τσιόκμ.
Τσοπαίνω = Σιωπώ, δε μιλάω, κλείνω το στόμα μου.  Ω  Κωστάκ, θα τσοπάσ ή δε θα τσοπάσ!
Τσιορβάς, (ο) = Είδος φαγητού. Πρόκειται για ρύζι το οποίο έχει βράσει με ζωμό από κρέας προβατίνας ή γίδας. Σε κάποιες περιπτώσεις δεν αποκλείεται να υπάρχει και κρέας.
Τσιότσιο (επίρρημα) = Λίγο. Τσιότσιο ακόμα. "Τσιότσιο πλί με ψιά πλιάφ…" Δάνειο από την ιστοσελίδα του Γιαννιώτη Σπύρου Πανταζή. http://www.spirospantazis.gr/weblog/?p=877 
Τσιότσος (ο) = Ο μικρόσωμος, ο λίγος, ο τίποτας. 
Τσιούκες, (οι) = Παιδικό παιχνίδι. Μεταφορικά ως επίπληξη σε αντιμετώπιση σοβαρής κατάστασης: Για πρόσεξε. Εδώ δεν παίζουμε τις τσιούκες. 
Τσιούκα (η) = Η κορυφή. 
Τσιουλώνω = Μαζεύω πίσω τα αυτιά μου, υποχωρώ. Τα μουλάρια π.χ. τσουλιώνουν, όταν είναι θυμωμένα και ετοιμάζονται να κλωτσήσουν. Λέγεται μεταφορικά και για τους ανθρώπους που υποχωρούν: "τσιούλωσε και έφκε". Ως συνώνυμο της έκφρασης  Έφυγε με κατεβασμένα τα αυτιά". 
Τσόπλια (επίρρημα) = Το διαλυμένο πάσης φύσεως αντικείμενο γενικά που προκαλείται από άλλο αντικείμενο. Τράκαραν στου Νταλαμάν δυο αυτοκίντα και γίγκαν  τσιόπλα.
Τσιουπλιάζω = Διαλύω κάτι αφού το χτυπάω με κάτι. Ω Μήτσιο. Ντιπ δεν προσέεις. Τις τσιόπλασες τις ντομάτες.
Τσιούπρα, (η) = Η κόρη. Πόσα παιδιά έχς Γάκ; Τρία παιδιά και δυο τσούπρες. Υπόψη με τη λέξη παιδί εννοούμε το αγόρι.
Τσιόφλ, (το) = Η φλούδα. 
Τσιροπούλι, (το) = Το μικρό πουλί. 
Τσιτσίδ, (επίρρημα) = Ο τελείως γυμνός, μπλέτσ. Την έπιακαν τη Μυγδάλω στον λάκκο τσιτσίδ. 
Τσοπαίνω = Σωπαίνω, σιωπώ. Θα τσοπάσ ή θα στράψω καμιά ανάποδη να δεις τον ουρανό σφοντύλ.
Τσόπα = Σιώπα, προστακτική του ρήματος τσοπαίνω. Μάνα, τάλλα τα πδιά με πριγελάνε και με λέν κεφάλα. Τσόπα πδάκιμ τσόπα.
Τσουκάλ, (το) = Χάλκινο καλαλισμένο δοχείο για νερό ειδικού σχήματος. 
Τσουράπια, (τα) = Οι πλεχτές κάλτσες με μαλλί είτε από πρόβατα είτε από γίδια. Για να μην πέφτουν στο επάνω μέρος κατέληγαν σε ένα, ας το ονομάσω κορδόνι, με το οποίο δένονταν τα τσουράπια στα πόδια. Μερικές φορές τα στήριζαν στα πόδια με καλτσοδέτες.
Τσουτσέκ, (το) = Περιπαιχτικά ο μικρός, ο ασήμαντος, ο τίποτας. Άι πάενε ρε τσουτσέκ. 
Τσώνος, (ο)  = Ο Σπίνος, (Fringilla coelebs).
Τυχαίνει, (Γ΄πρόσωπο) = Συμβαίνει, αρμόζει. Δεμ τυχαίν να  πιάκω τον Γιορ στα πράσα να δεις τι θα του κάμω!  Της τυχαίν της Μυγδάλως ένα καλό παληκάρ.  αλλά αυτή έχ το διάολο μέσατς και δεν τον θέλ.
Τώργια,  ή και τώραγια (επίρρημα) = Τώρα. 
Υ
Ύψωμα, (το) = Εκκλησιαστικός όρος. Τα πρόσφορα που προσφέρονται για την τέλεση της Θείας Λειτουργίας και υψώνονται στην ιερά Πρόθεση.
Μετά τη λήψη του Αμνού και των Μερίδων Παναγίας και Ταγμάτων τα εναπομένοντα (πρόσφορα), επειδή υψώθηκαν, λέγονται και υψώματα, ενώ είναι και Αντίδωρα που διανέμεται μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας. (Πρεσβ. Γεωργίου Κουγιουμτζόγλου, Λατρευτικό Εγχειρίδιο (Στοιχεία αγωγής για την τάξη και τη λατρεία της Εκκλησίας), εκδ. Συναξάρι, Θεσσαλονίκη 1998).
Φ
Φακιόλ, (το) = Γυναικείο μαντήλι από λεπτό ύφασμα.
Φαρίνα, (η) =  Ιδιαίτερα λευκό ψωμί με ιδιαίτερη γεύση, που μερικές φορές το τρώγαμε προσφάι (συνοδευτικό του ψωμιού) με άλλο ψωμί. Το περιμέναμε πως και πως να το φέρουν από τα Γιάννινα ή την Παραμυθιά. Καμία σχέση με το γνωστό αλεύρι "φαρίνα". Δε γνωρίζω τα υλικά και τη συνταγή αυτού του είδους ψωμιού.
Φασκιές, (οι) = Οι πάνες.
Φασκιώνω = Τυλίγω το μωρό με πάνες σε όλο το σώμα. Δε γνωρίζω το λόγο αυτής της τεχνικής. Σήμερα δε φασκιώνουν τα μωρά.
Φελάει = Ωφελεί. Μη ραντίεις Γιορ, δε φελάει. 
Φελέκ, (το) = Σύμφωνα με προφορική πληροφορία από Κωνσταντινοπολίτη, πρόκειται για τούρκικης προέλευσης λέξη που σημαίνει το πεπρωμένο μου, η μοίρα μου. Εμείς το χρησιμοποιούμε στη φράση: Γαμώτ το φελέκμ δηλαδή τη μοίρα μου.
Φέω = Φεύγω, αόριστος έφκα. Γιατί φέεις Γιορ; Ακόμα δεν χαλέπωσε.
Φιδορούτ, (το) = Το δέρμα του φιδιού. Ως γνωστόν τα φίδια αλλάζουν το δέρμα τους κάθε χρόνο. Σύμφωνα με τις λαϊκές δοξασίες, αν έχεις στην τσέπη σου φιδορούτι, δεν μπορεί να σε δαγκώσει φίδι, δε σε πιάνουν τα μάγια αλλά ούτε να σε γελάσει κάποιος ταχυδακτυλουργός με τα κόλπα του. 
Φίσκα, (επίρρημα) = Γεμάτο ως επάνω.
Φιτιλιά, (η) = Βάζω λόγια για καυγά δηλαδή ανάβω το φιτίλι.
Φιφίτα, (η) = Κατασκευή από φλοιό  λεπτού κλαδιού συνήθως τριμιντζέλας, μήκους μερικών εκατοστών με το οποίο κάποιος μπορούσε να σφυρίζει.
Φκιάνω = Κάνω κάτι, κατασκευάζω. Φκιάνω το τειχάρ’, αλλά και ως ερώτηση υγείας: Τι φκιάνς Γιορ; δηλαδή πως είσαι;  
Φκιάρ, (το) = Το φτυάρι. 
Φλώρα, (η) = Η άσπρη γίδα. 
Φόλ, (το) = Τι αυγό που βάζουμε στη φωλιά της κότας για να πάει να γεννήσει. 
Φόρος, (ο) = Σημείο στην πόλη όπου επί οθωμανικής αυτοκρατορίας πλήρωναν φόρο πριν εισέλθουν στην πόλη. Στα Γιάννενα υπήρχαν δύο σημεία στις άκρες της Πόλης. Ένα σημείο ήταν πριν την Καλούτσιανη και ένα από την πλευρά του αεροδρομίου.
Φορτιάρκο, (το) = Το ζώο, συνήθως το μουλάρι, το γαϊδούρι και ενίοτε και το άλογο, που χρησιμοποιούμε για να μεταφέρουν διάφορα αντικείμενα  όπως ξύλα, μπάλες από  χορτάρι, τις βουτσέλες, διάφορα ψώνια κλπ. Σημειώνω, ότι κάποιοι τα άλογα τα είχαν μόνο για να μεταφέρονται οι ίδιοι όπως για παράδειγμα ο μακαρίτης ο Βρούλης, που ποτέ δε θα έκανε το άλογό του φορτιάρκο.
Φορτωτήρας, (ο) = Είναι μια μικρή φούρκα που χρησιμοποιείται ως αντιστήριγμα στη φόρτωση των ζώων, όταν δεν υπάρχει δεύτερο άτομο. 
Φουρλαϊδας, (ο) = Ο πέρα βρέχει, ο χωρίς σταθερότητα, ο τρελός, ο σβούρας, ο αεικίνητος. Σύμφωνα με τον Κ. Οικονόμου, προέρχεται από το λατινικό frullo = θόρυβος των πουλιών, ο βόμβος. Σύμφωνα πάντα με τον ίδιο συγγραφέα και το φουρλέτσιο προέρχεται από την ίδια λέξη δηλαδή το λατινικό frullo.
Φουλτάκα, (η) = Η φουσκάλα, η φλύκταινα. Οι φλύκταινες είναι φλεγμονώδεις βλάβες της επιδερμίδας, διαμέτρου μικρότερης των 5 χλστ., όπως οι βλατίδες, (τα κόκκινα σπυράκια), αλλά με κίτρινο πυώδες κέντρο (πηγή: LA ROCHE-POSAY). Οι φουλτάκες επίσης δημιουργούνται σε ευαίσθητο δέρμα μετά από χειρονακτική εργασία ή πεζοπορία και περιέχουν άχρωμο υγρό. Φουλτάκιασε το χέρμ απτο τσαπί. 
Φούρια (επίρρημα) = Εναγώνια βιασύνη για κάποιες υποθέσεις. Έχω τρεχάματα.
Φούρκα, (η) = Παλούκι που στην μία άκρη του είναι σχήματος V και χρησιμοποιείται ως υπόστυλος είτε σε κατασκευή ξύλινων αχυρώνων είτε για τη στήριξη διαφόρων δέντρων, κληματαριών κλπ.
Φουρκίζω = Προκαλώ θυμό σε κάποιον. 
Φουρλέτσιο, (το)  = Ξύλινο έμβολο, συνήθως από κέδρο, το οποίο στη μία του άκρη είχε τοποθετημένο ένα πλεγμένο διάτρητο δίσκο ώστε να διέρχονται από τα ανοίγματά του το γάλα, όταν το κτυπάμε στη βλά(ν)τα για να δημιουργήσουμε τις συνθήκες συγκέντρωσης του βουτύρου στο πάνω μέρος της βλάντας ή βλάτας. Η όλη διαδικασία είναι ανάλογη της μεθόδου «επίπλευσης» που χρησιμοποιείται στην παραγωγή συμπυκνωμάτων διαφόρων μεταλλικών στοιχείων από τα διάφορα μεταλλεύματα. Αλλού φουρλέτσιο ονομάζουν το ξύλο το κτυπημένο στην άκρη ώστε να σχηματίσει ένα ακτινοειδές στεφάνι που θα εφαρμόζει ακριβώς στην στουπλέκα, (βλέπε λέξη). 
Φουσκή, (η) = Η ώριμη κοπριά. 
Φούσκος/α, (ο,η) = Ο μπάτσος, η σφαλιάρα. Θα σου τραβήξω ένα φούσκο νάν όλος δκόσ. 
Φουρτζιάτο, (το) = Πρόχειρη κατασκευή από ξύλα και κλαδιά για σκιά. 
Φρουτζουλάω = Πετάω. Φρουτζούλσε το πλί.
Φρούσια, (η) = Η μαύρη γίδα με άσπρα στη μούρη. 
Φσέκ, (το) = Το φυσέκι. 
Φτενό = Το λεπτό ύφασμα και γενικώς κάποιο υλικό καθώς και κάποιο προϊόν. 
Φτουράω = Επαρκώ, είμαι επαρκής, διατηρούμαι επί μακρόν, μου φτάνει κάποιο αντικείμενο για κάποιο σκοπό ή κάποιο αντικείμενο διαρκεί στο χρόνο, έχει μεγάλη διάρκεια.
Φτυχάω = Πετυχαίνω τον σκοπό μου, τον στόχο μου, ευστοχώ. Προφανώς από το ευτυχώ. 
Φυλαχτέσια, (η) = Η γυναίκα συνοδός του γαμπρού και της νύφης την ημέρα του γάμου.
Φωτίκια, (τα) = Είναι το κουστούμι και άλλα αντικείμενα που δίνει ο νουνός στον αναδεκτό, όταν φωτίζει - βαπτίζει το παιδί. Η διαδικασία αυτή γίνεται αρκετό χρόνο μετά τα βαφτίσια. Στην περίπτωση αυτή ο κουμπάρος κάνει τραπέζι στο νουνό με κανένα σφαχτό - αρνί ή κατσίκι ανάλογα. Σήμερα δεν υφίσταται το έθιμο. Η διαδικασία γίνεται ταυτόχρονα με τη βάπτιση όπου ο νουνός εκτός των βαπτιστικών ρούχων προσφέρει και χρυσό σταυρό. (Φώτισμα = Βάπτισμα).
Χ
Χαβάν, (το) = Εργαλείο που έκοβαν τον καπνό. Ο Κώτσιο Μήτρος, Κωνσταντίνος Τσάλλος), ήταν ο ειδικός του Χωριού μας παλιά, ο οποίος είχε και το χαβάνι. 
Χάβλα, (επίρρημα) = Με ανοικτά τα πόδια. Φυσικά αν κάθεται μια γυναίκα χάβλα, θα της φανεί το βρακί, (αν φοράει). 
Χαζίρκο, (το) = Χωρίς κόπο, στο χέρι, το έτοιμο. Χαΐρκο το τρώει το ψμί. Τα βρήκε χαζίρκα τα σπίτια και τάφαε στα χαρτιά.
Χαγιάτ, (το) = Υπόστεγο στο εξωτερικό μέρος του σπιτιού. 
Χαζέπ, (το) = Η καταιγίδα. Μέπιακε ένα χαζέπ άλλο πράμα. 
Χαΐρ, (το) = Προκοπή. Δεν έκανε χαΐρ. 
Χαλάω = Καταστρέφω αλλά έχει και την έννοια του σκοτώνω κάποιον. Επίσης χρησιμοποιείται και στην περίπτωση της αλλαγής ενός νομίσματος ή χαρτονομίσματος σε μικρότερα νομίσματα ή χαρτονομίσματα. Ω Γιορ, έχς να μου χαλάσς ένα χιλιάρκο;
Χαλασιά, (επίρρημα) = Μεταφορικά εκφράζει αυτόν που το βρίσκει κάποια δυστυχία, ταλαιπωρία, λύπη. Δεν στόπα χαλασιά μου στον μύλο να μην πας. Άι χαλασιάμ τι έπαθεεεεεες η καψερήηηηη!!! Κατά τον Αραβαντινό χαλασιά = η καταστροφή, η συμφορά. 
Χαλέβω = Ψάχνω, γυρεύω, ζητώ. Τι χαλέβς Γιορ; τα φράγκα πούφαγε ο Κωστάκς. Τι χάλεβες εσύ κει πέρα κέφαες το κεφάλς. Τι χαλέβς Γιορ; Ναματαγίνω Πρωθυπουργός. Κατά μία άποψη από την αρχαία δωρική λέξη χαλά - (χηλή) = Παλάμη και κατ΄ επέκταση απλώνω την παλάμη - ζήτω από κάποιον να μου δώσει κάτι, (λεξικό Αφοι Παγουλάτου).   
Χαλέπατο, (το) = Ο τιποτένιος άνθρωπος, ο χωρίς καμιά αξία και υπόληψη στην κοινωνία, ο μηδαμινός, ο τίποτας.
Χαλές, (ο) = Ο καμπινές, αλλά και ο παλιάνθρωπος. Έχει ανάγκη ο χαλές από σκατά.
Χαλκώματα, (τα) = Γενικώς τα σκεύη της κουζίνας που κάποτε ήταν από χαλκό. 
Χαμόραγκας, (ο) ή Χαμορίγκι (το) = Ο τυφλοπόντικας. Προφανώς από τη λέξη χάμω =κάτω. 
Χαμούρ, (το) = Το μπετόν που παρασκευάζεται με το φτυάρι και όχι με μηχανή. Προφανώς επειδή η παρασκευή γίνεται χάμω. 
Χαμλά ή Χαμπλά, (επίρρημα) = Χαμηλά. 
Χαμπαρίζω = Λαμβάνω υπόψη μου αλλά συνήθως χρησιμοποιείται με το αρνητικό δεν: Δεν χαμπαρίζω. Δεν καταλαβαίνω τίποτα. Δεν παίρν χαμπάρ ο Γιορς.
Χαραή, (επίρρημα) = Η χρονική περίοδος πριν ακριβώς από τη φέξη, το χάραμα. Αύριο χαραή θα πάω στα Κουπάκια να φορτώσω χορτάρ. Χαραή χαράη θα πάμε για κυνήι.
Χαράμ (επίρρημα) = Άδικα. Άστον αυτόν πάει χαράμ. Χαράμ τρως το ψωμί. 
Χαραμοφάης, (ο) = Αυτός που τρώει ή αμοίβεται αδίκως. Ποιος μωρέ αυτός ο χαραμοφάης θα μας κυβερνήσ; 
Χάρβαλο, (το) = Το τελείως διαλυμένο οποιοδήποτε αντικείμενο. 
Χαρχάλ, (το) = Σφαιρικό κουδουνάκι στο οποίο ο χαρακτηριστικός ήχος δημιουργείται από ένα στρογγυλό μεταλλικό σφαιρίδιο.
Χασίλ, (το) = Αγρός στον οποίο έχουν σπείρει με βρώμη, σίκαλη, βρίζα ή σιτάρι και θα καταναλωθεί από τα ζώα απευθείας στο χωράφι ως φρέσκο σανό.
Χασομεράω  = Χάνω το χρόνο μου άσκοπα, καθυστερώ στα χαμένα.
Χασομέρ, (το) = Η καθυστέρηση άνευ λόγου, στα χαμένα κλπ.
Χαψιά, (η) = Η μπουκιά. Κάτσ καλά θα σε κάνω μια χαψιά! 
Χερολάβα, (η) = Εξάρτημα του αλετριού, (βλέπε φώτο).
Χιρόμπλο, (το) = Το δεμάτι από το θερισμό σταριού ή άλλων δημητριακών. 
Χειμαδιό, (το) = Το μέρος που ξεχειμωνιάζουν τα γιδοπρόβατα οι κτηνοτρόφοι. 
Χερόμπουλος, (ο) = Ο χειρόμυλος. Πέτρινη κατασκευή αποτελούμενη από δύο στρογγυλές πέτρες διαμέτρου περίπου 30 – 35 εκατοστών και πάχους περίπου 8 -10 εκατοστά με τρύπες ακριβώς στη μέση και συνδεδεμένες με ένα ξύλινο κυλινδρικό ξύλο. Η επάνω πέτρα είχε σε μία άκρη ειδική τρύπα για να τοποθετείται ένα χερούλι και έτσι τη γύριζε ο χειριστής πάνω στη σταθερή κάτω πέτρα και άλεθε το στάρι ή το καλαμπόκι στο χώρο μεταξύ των δύο πετρών, (βλέπε φώτο).
Χιράμ, (το) = Μάλλινο σκέπασμα λεπτό. 
Χλαπακιάζω=Τα καταπίνω αμάσητα. Αυτά τα γκόλντεν μπόυς τα χλαπάκιασαν τα φράγκα του κοσμάκ. 
Χολιασμένος, (ο) = Ο στεναχωρημένος, ο πικραμένος, προφανώς έχει σχέση με τη χολή. «….Από μακριά τους χαιρετά κι από μακριά τους λέγει:
– Γειά σας, χαρά σας, μάστορες κι εσείς οι μαθητάδες, μα τέχει ο πρωτομάστορας κι είν έτσι χολιασμένος»; Απόσπασμα από το δημοτικό ποίημα της Άρτας το γιοφύρι. 
Χολιάζω = Στεναχωριέμαι. Μη χολιάζς βρε. Θα πιάκσ το λαχείο.
Χοντρός, (ο) = Μεταφορική έννοια. Αναφέρεται στο άτομο που δεν του κόβει και πολύ. Δεν παίρνει το μυαλό του πολλές στροφές. Άστον αυτόν Γάκ. Είν χοντρός.
Χοντροκέφαλος, (ο) = Μεταφορικά επίσης υπονοεί το άτομο περιορισμένης νοημοσύνης, που δεν του κόβει, δεν κατανοεί βασικά πράγματα.
Χουγιάζω = Βγάζω δυνατή φωνή για να διώξω την αλεπού το γεράκι ή άλλο ζούδιο. Επίσης όταν μαλώνω κάποιον τον χουγιάζω. Χούγιαξε μωρέ να φύει η αλπού. 
Χούι, (το) = Η παραξενιά, η συνήθεια. Ο λύκος τρίχα αλλάζει χούι δεν αλλάζει. 
Χουλιάρ, (το) = Το κουτάλι αλλά κυρίως το ξύλινο χειροποίητο κουτάλι. Πιάσ το χουλιάρ να φας τραχανά. 
Χουχλάζω = Βράζω. Χούχλαξε η κατσαρόλα, βγάλτ απτή φωτιά. 
Χτικιό, (το) = Η φυματίωση. 
Χτικιάρκος, (ο,η,το) = Ο πολύ αδύνατος, ο καχεκτικός. Άι σιαπέρα ρε χτικιάρκο μη σου αστράψω μια και δεις τον ουρανό σφοντήλ. 
Χυμάω = Ορμώ. Χύμξε πάνωμου το γρούν αλλά του αστράφτω μια με το μονόβλο κι πάρτο κάτ.  
Χύνομαι =  Ρίχνομαι καταπάνω, επιτίθεμαι με άγριες διαθέσεις. Χύθκε όλο το σόι να με φάν.
Χώρια, (επίρρημα) = Χωριστά.  
Ψ 
Ψαρομάλλης, (ο) = Ο γκριζομάλλης. 
Ψαχουλεύω = Ψάχνω με επιμονή κρυφά. Τι ψαχουλέβς Γιορ; Τι λίστα μετς φοροφυγάδς.   
Ψένω = Ψήνω. Τι ψένς Μυγδάλω; Ψένω ψωμί! 
Ψες, (επίρρημα χρονικό) = Χθες το βράδυ! «Ψές πέρδικα έπιασα και σήμερα τρυγόνακι, έκατσα και μαγείρεψα σ’ αρχοντικό τραπέζι κι εκάλεσα τις όμορφες κι όλες τις μαυρομάτες κλπ». 
Ψηφάω = Ψηφίζω. Να μκοπεί το χέρ. Αυτουνούς εγώ δεν τους ματαψηφάω
Ψία, (επίρρημα) = Λίγο, ένα κομματάκι. Ω θειάκο, δόμ ψία ψωμί. 
Ψίκ, (το) = Η συνοδεία του γαμπρού ή της νύφης στο γάμο. Σύμφωνα με τον Αραβαντινό η λέξη είναι βυζαντινής προέλευσης και προέρχεται από τη λατινική λέξη obsequum. 
Ψίχα (η) = Το εσωτερικό του ψωμιού χωρίς την κόρα αλλά και το λίγο. 
Ψιχάλα, (η) = Η αραιή και σύντομη βροχή. 
Ψυχοπαίδ, (το) = Το υιοθετημένο παιδί. 
Ψυχοχάρτ, (το) = Ονόματα γραμμένα σε χαρτί που το δίνουμε στον Παπά να μας μνημονεύσει τους νεκρούς.
Ψωμί  = Χρησιμοποιείται μεταφορικά στις περιπτώσεις που δίνεται δουλειά σε κάποιον ή θέση. Έφαε ψωμί στα χωράφιαμ. Έφαε ψωμί στη ξινητειά. Μπήκε στο δημόσιο κέφαε ψωμί. Τώρα δίν ψωμί στο Γιορ το Χάρβατ, άι αστραπόπτσα που τους χρειάζεται. 
Ψωμολυσάω = Πεινάω υπερβολικά. 
Ψωμολύσας, (ο) = Αυτός που πεινάει πολύ από την ανέχεια. 
Ψωμώνω = Ωριμάζω. Ψώμωσε το στάρ. Έγινε δηλαδή κανονικός καρπός.
Ψωνάω  = Ψωνίζω.
Ω 
Ω = Κλητική. Ω Γιορ, ώ Μήτσο, ώ Γάκ, ω Φώτ κλπ 
Ωρέ (επιφώνημα) = 1. Δηλώνει θαυμασμό ή απορία: Ωρέ τι λες; Ήταν τόσο μεγάλο το φίδ; Ωρέ είδα κάτι γρούνια 300 κιλά το ένα. 2. Κλήση: Ωρέ Γιορ; Έλα σιακάτ που σε θέλω.
1.4 Η ονομασία των μηνών
Γενάρς, Φλεβάρς, Μάρτς, Απρίλς, Μάης, Θερτής, Αλωνάρς, Αύγουστος, Σεπτέμβρς, Άι Δημήτρς, Άι Ντριάς, Δεκέμβρς.
1.5 Ημέρες της εβδομάδας
Δεφτέρα, Τρίτ, Τετράδ, Πέφτ, Παρασκεβή, Σαββάτο, Κυργιακή.
1.6 Οι εποχές
Άνξ, (πότε θα σπείρς καλαμπόκ Γιορ; Πέρα την Άνξ). Καλοκέρ, (Πότε θα θερίσ Γιορ; Το θερτή. Χινόπορο. (Πότε θα μαζέψς κούμπαρα Γιορ; Τον Αντριά). Χιμώνας. (Πότε θα βγάλς τσίπρο Γιορ; Τον Γενάρ)!
1.7 Προσφωνήσεις κυρίων ονομάτων
Η προσφώνηση των κυρίων αντρικών ονομάτων δεν γίνεται συνήθως με το επίσημο βαπτιστικό όνομα αλλά με διάφορα υποκοριστικά:
Γεώργιος = Γιώργος, Γιορς, Γάκης, Γίτσης, Γούσιας, Γακούσιας
Δημήτριος = Μήτσιος, Μητσιούλης, Μήτρος, Τάκης, Τακούσιας
Νικ+όλαος = Κολιός, Νίκος, Νικολάκης
Λάμπρος = Λαμπράκης, Λαμπρούσης, Μπούσης
Κωνσταντίνος = Κώστας, Κωστάκης, Κωσταντής, Κώτσιος, Κωτσιαρής
Σταύρος = Βρούλης
Ιωάννης = Γιάννης, Γιαννάκης, Νάκος, Γιαννακούλης, Νούσιας, Γιαννούσιας.
Θεόκλητος = Κλης
Θεόδωρος = Θόδωρος, Λάκης, Ράκιας
Αθανάσιος = Νάσιος, Νασιούλης, Θανασάκης, Σιούλας
Παναγιώτης = Πάνος, Παναγιωτάκης, Τάκης, Γιώτης,Νότης
Χριστόφορος = Φόρης
Σπυρίδων = Σπύρος
Λάζαρος = Λάζος, Λαζαράκης
Μιχαήλ = Μίχος, Μιχάλης
Στο χωριό οι παντρεμένες γυναίκες προσφωνούνται συνήθως όχι με το βαπτιστικό τους όνομα αλλά με όνομα που προκύπτει από το όνομα του  συζύγου και καλούνται ανδρωνυμικά, οπότε συναντάμε τα παρακάτω ονόματα: Γιώργαινα, Κώσταινα, Παναγιώταινα, Λάζαινα, Μήτσαινα, Κολιέσια (απτό Κολιός), Λευτέραινα, Μήτραινα (απτό Μήτρος), Λάμπραινα, Γρηγόραινα, Σπύραινα, Πέτραινα, Θύμιαινα, Σταύραινα, Θωμέσια, Χρήσταινα, Θανάσαινα κλπ. Επιπρόσθετα πολλές φορές η προσφώνηση γίνονταν με τον παρακάτω τρόπο όπως: Μητσογάκαινα, Γληρομπέαινα, Γακμακραίσια, Παναγιοτβγέναινα, Θυμιογάκαινα, Κολιοτσιάμενα, Χρηστογίτσενα, Κωτσιομήτραινα, Παναγιωτσιάλλοβα, Γιωργοβλάχοβα κλπ κλπ δηλαδή εκτός από το όνομα του συζύγου προσθέτονταν και όνομα του πεθερού.   
Ιδιαίτερη μνεία θα κάνω για τη σύζυγο του Ιερέα Ζήκου Π. Παντούλα, μητέρα του Μήτσου Παντούλα του Δασικού, την οποία στο χωριό την προσφωνούσαν Παπαδιά. Αμφιβάλλω πολλοί χωριανοί, όπως και ο γράφων, να γνώριζαν, ότι  το μικρό όνομά της ήταν Δήμητρα, που εκ των υστέρων το έμαθα.
 

1.9 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
ΑΦΟΙ ΠΑΓΟΥΛΑΤΟΥ: Υπερλεξικόν της νεοελληνικής γλώσσας, Αθήνα.
ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ, Π., 1909: Ηπειρωτικόν γλωσσάριον, Αθήνα.
ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΥ - ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ ΑΜΑΛ., 2003: Επισκόπηση της τοπογραφίας της Αρχαίας Ηπείρου, Ιωάννινα.
ΒΛΑΧΟΣ Κ., 2000. Έλαφος - Λάκκας Σουλίου (Δράγοβετς): Ιστορία - μύθοι - αφηγήσεις - ήθη - παράδοση - τοπογραφία. Ιωάννινα.
ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ, Δ., 1970: Νέον ορθογραφικόν   ερμηνευτικόν λεξικόν, Αθήνα.
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΔΩΔΩΝΗ», 2007: Συνθηματικά Γλωσσάρια Ηπειρωτών Τεχνιτών, Αθήνα – Ιωάννινα.
ΗΣΙΟΔΟΣ, Άπαντα: Εκδόσεις Γεωργιάδη, Αθήνα 1998.
ΚΡΑΨΙΤΗΣ, Β., 1973: Μνήμη Σουλίου, Αθήνα.ΚΡΑΨΙΤΗΣ, Β., 1982: Αληθινή ιστορία του Σουλίου, Αθήνα.
ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Ε. Κ., 1981: Διορθώσεις και προσθήκες στα «Γλωσσικά ιδιώματα της Ηπείρου» του Ευ. Μπόγκκα. Ηπειρώτικά Χρονικά, 23 σελ. 215 -251.
ΠΑΠΥΡΟΣ LAROUSSE-Το Παπυράκι, 2003: Εικονογραφημένο Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό, Αθήνα.
ΣΑΡΡΟΣ, Μ. Δημ., 1921: Παρατηρήσεις εις το Ηπειρωτικόν Γλωσσάριον  του Π. Αραβαντινού, Κωνσταντινούπολις.
ΣΕΒΗΣ ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ, 1997: «Γλωσσάρι» Δυτικού Ξηροβουνίου Ηπείρου. Γιάννινα.
http://abnet.agrino.org/htmls/D/D019.html http://www.monumenta.org/article.php?IssueID=5&ArticleID=443&CategoryID=3&lang=gr
Κ.Π. = Κωνσταντίνος Παντούλας. KOΥΠΑΚΙΑ το ψευδώνυμό μου στο διαδίκτυο,
 περιοχή της Ελάφου Λάκκας Σουλίου). Δημιουργός της εικόνας Νικόλαος Μίχος.

1 σχόλιο:

  1. Κατάγομαι από την Αγία Κυριακή(Πόποβο) Θεσπρωτίας. Χρησιμοποιούμε ακριβώς τις ίδιες λέξεις. Έχω μείνει έκπληκτος. Εαν δεν αναφέρατε το όνομα Ελάφη θα νόμιζα ότι είστε χωριανός μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή